Saturday, December 24, 2016

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ


 


Όπως ο αέρας στροβιλίζει και σκορπά το χιόνι που πέφτει πριν αυτό ακουμπήσει το χώμα, έτσι πετά και χάνεται στο χρόνο η σκέψη τούτες τις μέρες, πριν σταματήσει σε κάποια μακρινά Χριστούγεννα των παιδικών μας χρόνων.

 Εικόνες από τα περασμένα που μοιάζουν χρυσές δροσοσταλίδες, φωτάκια που αναβοσβήνουν στο στολισμένο δέντρο οι Χριστουγεννιάτικες εμπειρίες πλημμυρίζουν τη μνήμη μας καθώς πλησιάζει η μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης, η γιορτή της γέννησης του Θεανθρώπου.

 Ίσως ο σύγχρονος τρόπος ζωής, τα υλικά αγαθά που μας έχουν κατακλύσει, ίσως οι καινούργιοι τρόποι επικοινωνίας ( τόσα ηλεκτρονικά μέσα ), να μας έχουν απομακρύνει από πολλά έθιμα συνήθειες και από τον τρόπο εορτασμού μεγάλων η μικρών εορτών για αυτό, όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε ρομαντικοί και βλέπουμε τα παλιά, τα περασμένα, να είναι πάντα καλύτερα συγκρίνοντάς τα με τα σημερινά. Ίσως τα ''χαμένα μας νιάτα'', τα χρόνια που βαραίνουν την πλάτη μας, τα χρόνια που ''πέταξαν'' χωρίς να προλάβουμε να ζήσουμε να μας κάνουν ευαίσθητους και να βλέπουμε με νοσταλγία τα παλιά περισσότερο δε τις γιορτές των Χριστουγέννων.

Σαν μεγαλώνει ο άνθρωπος

ο νους του γυρίζει στα παλιά

όπως τ' αλαργινό πουλάκι

που ψάχνει την πρώτη του φωλιά.

 

 Ξεχωριστή λοιπόν γιορτή και ημέρα τα Χριστούγεννα. Μέρα των παιδικών μας αναμνήσεων και των παιδικών μας χρόνων. Καθώς η ψυχή βυθίζεται στο πέλαγος των αναμνήσεων, γεμίζει από μια γλυκόπικρη κι ανάλαφρη νοσταλγία όταν θυμάται εκείνον τον καιρό που μικροί και μεγάλοι περίμεναν τα Χριστούγεννα με λαχτάρα και ανέβασμα ψυχής. Τότε που η ημέρα αυτή συγκέντρωνε στο τραπέζι ολόκληρη την οικογένεια, ακόμα και αυτούς που βρίσκονταν στα πέρατα της γης κι έκαναν ότι μπορούσαν να βρεθούν εκείνη την ημέρα κοντά στα αγαπημένα τους πρόσωπα.  

 Χριστούγεννα στο χωριό δεκαετία 1960.

Πρωί-πρωί με την πρώτη καμπάνα όλοι στην εκκλησία να ακούσουμε το:  « Η Παρθένος σήμερον... » και  να κοινωνήσουνε . Η νηστεία τόσων ημερών μεγάλωνε τη λαχτάρα να βρεθούμε στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι  το οποίο μπορεί να  ήταν φτωχικό μεν, πλούσιο δε από την  αγάπη  της Μάνας.

   
Στο χριστουγεννιάτικο δέντρο  κρεμούσαμε μερικά σπιρτόκουτα τυλιγμένα με το χρυσόχαρτο που είχαν τα πακέτα με τα τσιγάρα αντί για δώρα ( δώρα δεν αλλάζαμε τότε ), τούφες-τούφες βαμπάκι για χιόνι και μερικά χρωματιστά μπαλόνια.

Κάτω από το δέντρο ένα καρτ-ποστάλ που μας είχε στείλει ένας Θείος από την Αθήνα που απεικόνιζε την Γέννηση του Χριστού για φάτνη και μια μπαταρία φακού ( στήλη ) με ένα γλομπάκι για αστέρι. Αυτό ήταν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο μας κι εμείς το καμαρώναμε.
 
                
 
Η Χριστουγεννιάτικη σχολική γιορτή με ποιήματα και διαλόγους ( σκέτς ) ήταν μια δροσοσταλιά στον πυρετό της προετοιμασίας για την μεγάλη ημέρα και την παρακολουθούσαν όλοι οι κάτοικοι, γιατί δινε ένα ξεχωριστό χρώμα στην καθημερινότητα του χωριού.

 
Χριστούγεννα στον Πειραιά, τέλη δεκαετίας του 1960.

Σπουδαστής σε τεχνική σχολή του ΟΑΕΔ οικότροφος μαζί με άλλους 150 σπουδαστές διαφόρων σχολών, σε έναν μεγάλο θάλαμο. Τα Χριστούγεννα οι πιο πολλοί έφευγαν για τα χωριά τους. Μερικοί δεν μπορέσαμε. Την περίοδο των γιορτών, ο Πειραιάς ήταν όμορφος. Φώτα στους δρόμους, στις κολόνες, τη νύχτα φωτοβολούσε όλη η πόλη. Τα Χριστούγεννα με βρήκαν να γυρνάω στο λιμάνι - σαν αλάνι - και το Χριστουγεννιάτικο φαγητό μου ήταν….ένα σουβλάκι σε πίτα ...απ' όλα .

Χριστούγεννα στην Αθήνα, δεκαετία του 1970.

Μόλις είχα πιάσει δουλειά σε μια κοσμοπολίτικη ταβέρνα ( σερβιτόρος ) στην περιοχή ''Κολωνάκι'' των Αθηνών. Αν έφυγα τα Χριστούγεννα, θα έχανα τη δουλειά και δεν το ήθελα γιατί ερχόμουν σε επαφή με ''καλό'' κόσμο. Ηθοποιοί, τραγουδιστές, βουλευτές έρχονταν να γευτούν τα νόστιμα πιάτα που σέρβιρε το μαγαζί. Την ημέρα των Χριστουγέννων βρέθηκα σε ένα συγγενικό σπίτι. Δεν με περίμεναν. Με δέχτηκαν με καλοσύνη, κάθισα στο γιορτινό τους τραπέζι και κάποια στιγμή ήθελαν οι άνθρωποι να ανοίξουν τα δώρα τους. Μου είπαν οτι θα πάνε στο διπλανό δωμάτιο να συζητήσουν κάτι. Έμεινα μόνος στην κουζίνα να αλλάζω τα δύο κανάλια που υπήρχαν την εποχή εκείνη.  ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ. Από το διπλανό δωμάτιο ακουγόταν ο θόρυβος από τα χαρτιά και τις ζελατίνες καθώς ξετύλιγαν τα δώρα. Δεν έφταιγαν οι άνθρωποι. Εγώ έφταιγα που τους ''χωρέθηκα'' τελευταία στιγμή.

Χριστούγεννα στο στρατό..

Ως στρατιώτης, γιόρτασα τέσσερις φορές Χριστούγεννα. Η κανονική θητεία ήταν 24 μήνες. Με τα γεγονότα της Κύπρου το 1974, προστέθηκαν άλλοι 4 μήνες συν 2 μήνες… φυλακή = 30.

Πάτρα

Ζήτησαν σερβιτόρους για τον χορό των αξιωματικών την ημέρα των Χριστουγέννων. Πετάχτηκα πρώτος και καλύτερος λόγω και της εμπειρίας μου από  την ταβέρνα του Κολωνακίου. Ήμουν γρήγορος, ευγενικός και φιλικός με τους αξιωματικούς και τον διοικητή και τους μιλούσα σαν να είμαστε φίλοι χωρίς κανέναν ενδοιασμό η φόβο κι ας ήταν όλοι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί και εγώ ένας απλός φαντάρος. Ένας υπαξιωματικός που είμαστε φίλοι, μου είπε οτι ο Διοικητής έμεινε πολύ ευχαριστημένος από τις ικανότητές μου και τις...υπηρεσίες μου ως σερβιτόρος. Εγώ ύστερα από όλα αυτά περίμενα κάποια τιμητική άδεια, που όμως δεν ήρθε ποτέ.

Εν ώρα υπηρεσίας. Στο βάθος ο Ταξίαρχος.
 
 
Λάρισα. Χριστούγεννα με τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Σε κοντινή απόσταση από το στρατόπεδο, υπήρχε ένα ταβερνάκι με σχεδόν αποκλειστικούς πελάτες φαντάρους. Το αγαπημένο μας φαγητό ήταν ομελέτα, πατάτες τηγανητές κι όταν τα οικονομικά μας επέτρεπαν, η ομελέτα ερχόταν ...με λουκάνικο. Εκεί και ο Καζαντζίδης, κάθε βράδυ. Τη βραδιά  των Χριστουγέννων μας περίμενε γελαστός δεξιά στην πόρτα καθώς μπαίναμε μέσα  και τραγουδούσε ασταμάτητα την μεγάλη του επιτυχία ΥΠΑΡΧΩ που μόλις είχε κυκλοφορήσει εκείνον τον καιρό. Δεν μας χρέωνε και πολλά. Ένα δίφραγκο χρειαζόταν το Τζιοουκ μποξ που βρισκόταν εκεί δεξιά στην πόρτα όπως μπαίναμε μέσα, με μια μεγάλη φωτογραφία του Καζαντζίδη  στο τζάμι και γύρω-γύρω φωτογραφίες άλλων τραγουδιστών. Το γιορτινό μας γεύμα εκείνη την ημέρα ήταν ομελέτα με λουκάνικο γιατί ήταν...Χριστούγεννα.

 
Ξάνθη. 

Το στρατόπεδο βρισκόταν δίπλα στον ποταμό Νέστο που όταν ''κατέβαζε'', το νερό πλημμύριζε τον χώρο όπου ήταν παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα της μονάδας. 
 
Στην απέναντι όχθη του Νέστου το μικρό χωριό Τοξότες.
 
Ήμουν σκοπός στο διοικητήριο δώδεκα με τρεις την νύχτα. Δεν θυμάμαι γιατί ήταν τρεις ώρες αυτή η σκοπιά κι όχι δυο όπως όλες οι άλλες. Επίσης  αυτή η σκοπιά δεν είχε φυλάκιο για να προφυλαχτεί ο σκοπός από το κρύο και τη βροχή. Τρεις ώρες ήταν αυτές, περνούσαν αργά και βασανιστικά κι εγώ περίμενα με λαχτάρα και χαρά τη στιγμή που θα εμφανιζόταν ο υπαξιωματικός υπηρεσίας με τον αντικαταστάτη μου. Τα τελευταία λεπτά έμοιαζαν χρόνος. Η λαχτάρα μου έγινε αγωνία και η χαρά ..λύπη καθώς η ώρα περνούσε και ο αντικαταστάτης μου δεν φαινόταν. Πέρασε μία ώρα, δύο....μα τι πάθανε όλοι!!.

Συνέβαινε καμιά φορά να αργήσουν, αλλά όχι να μην έρθουν καθόλου. Θα μπορούσα να ''πεταχτώ'' μέχρι τους θαλάμους που ήταν λίγα μόλις μέτρα από τη σκοπιά και να τους ξυπνήσω. Δεν το έκανα. Δεν είχε νόημα τώρα πια. Το πήρα απόφαση, μου κόπηκε κι ο ύπνος, το πήρα Πατριωτικά το πράμα οτι δηλαδή θα ήμουν ( ίσως ) ο  μόνος στρατιώτης που θα είχε φυλάξει σκοπός για 6 συνεχόμενες ώρες. Μπορούσα το πρωί να βγω στην αναφορά του τάγματος και να αναφέρω το γεγονός. Ο Διοικητής που ήταν αυστηρός σε τέτοια θέματα, θα τους τιμωρούσε όλους κι εμένα σίγουρα θα μου έδινε μια 20ημερη τιμητική άδεια. Σκέφτηκα οτι θα έπαιρνα πολύ κόσμο στο λαιμό μου και αρκέστηκα στη συγνώμη και στο ευχαριστώ που μου είπαν την άλλη μέρα όταν  κατάλαβαν τι είχε γίνει.

Πέντε μέρες αργότερα, ήμουν σκοπός σε άλλο σημείο του Στρατοπέδου. Εγκατέλειψα τη σκοπιά μου μισή ώρα νωρίτερα ( κακώς ), ο αξιωματικός υπηρεσίας με έβγαλε στην αναφορά και ο Διοικητής ( καλώς ) με τιμώρησε με 20 μέρες φυλακή. 

Μετά το στρατιωτικό τα πράγματα άλλαξαν. Γάμος, παιδιά νοικοκυραίοι ανθρώποι, οικογενειάρχες, προσπαθούμε να δώσουμε στα παιδιά μας οτι εμείς δεν είχαμε στην ηλικία τους.

Το ύφος των Χριστουγέννων είναι διαφορετικό για τον κάθε άνθρωπο που από πέρυσι μέχρι φέτος μπορεί να είναι το ίδιο μπορεί όμως και να απέχει πολύ.

Τα Χριστούγεννα είναι πάντα μνήμη. Εικόνες γεμάτες αγάπη, οικογενειακή θαλπωρή και θρησκευτική πίστη.

 Είναι μια γιορτή που επιστρέφουμε, που θυμόμαστε και που πάντα θα ελπίζουμε. Ας αφήσουμε τη φτωχή μας σκέψη να δραπετεύσει σήμερα από τα καθημερινά να πετάξει λεύτερη, να υψωθεί στα Θεία πέλαγα της αγάπης που περιβάλλουν τη γενέθλια γη του Μικρού Ιησού.

 

Ὦ φάτνη!

Αγάπη μήνυσε παντού με μια γλυκιά φλογέρα

μ ’αγάπη και  φως πλημμύρισε τις χώρες πέρα ως πέρα

μες στης αγάπης να καεί στο φλογερό καμίνι

το μίσος το ανθρώπινο ελπίδα για να γίνει.

Tuesday, December 13, 2016

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ Η ΟΜΠΡΕΛΑ

 

 


Ένα μεγάλο - ίσως το μεγαλύτερο - πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες - κάθε χώρας - είναι ασφαλώς η γλώσσα. Είναι πολύ δύσκολο να ζεις σε μια χώρα και να μην καταλαβαίνεις τη γλώσσα, να μην μπορείς να συνεννοηθείς. Όλα είναι δύσκολα, από το να βρεις δουλειά μέχρι να κάνεις τις απλές καθημερινές δραστηριότητες. Μπορεί η Αμερική να ήταν και να παραμένει ακόμα για πολλούς η γη της Επαγγελίας, να γίνεται Πατρίδα όλων των μεταναστών, η χώρα που τα όνειρα και οι φιλοδοξίες να γίνονται πραγματικότητα, όταν όμως δεν ''κατέχεις'' τη γλώσσα, τα πράγματα γίνονται πολύ δύσκολα.
Ιστορίες σαν αυτή του Γιάννη ( όνομα τυχαίο ), έχουμε ακούσει πολλές. Ο κάθε ξενιτεμένος έχει να ''μολογάει'' γκάφες και παθήματα που του συνέβησαν τον πρώτο καιρό τότε που δεν ''σκάμπαζε'' καθόλου Αγγλικά. Κάθε φορά που ακούμε μια τέτοια ιστορία μας φαίνεται αστεία και γελάμε όχι μόνο εμείς, αλλά και αυτοί που τις διηγούνται. Τότε όμως που βρέθηκαν στη δύσκολη στιγμή, μόνο αυτοί ξέρουν πόση πίκρα, ντροπή και απογοήτευση αισθάνθηκαν.
«Έπιασε βροχή στο δρόμο μα εγώ δε στάθηκα. Σαν πουλί στην αγκαλιά σου ήρθα και ζεστάθηκα...» μας λέει ένα παλιό όμορφο τραγουδάκι.
Ο Γιάννης δεν είχε ούτε αγκαλιά να ζεσταθεί ούτε μέρος να απαγκιάσει για να γλιτώσει την καλοκαιριάτικη μπόρα που ξέσπασε απότομα. Τέλειωσε τη βάρδια και το ''έκοψε'' με τα πόδια για το σπίτι του.
Νεοφερμένος στην Αμερική δεν είχε ακόμα αυτοκίνητο. Το σπίτι  δεν ήταν μακριά από εκεί που δούλευε. Περίπου τριάντα λεπτά με τα πόδια.
Φαινόταν οτι θα ''πιάσει'' βροχή και ξεκίνησε ελπίζοντας οτι θα προλάβει να φτάσει σπίτι του.
Δεν ήταν τυχερός. Στα μέσα περίπου της διαδρομής άρχισε να βρέχει. Μπήκε σε ένα μαγαζάκι, από αυτά που έχουν λίγο απ' όλα μήπως βρει ομπρέλα.
Τα Αγγλικά του ανύπαρκτα. Ήξερε μόνο κάποιες σκόρπιες λέξεις και οτι το νερό το λένε water.
Βρήκε κάποιον υπάλληλο και άρχισε να του λέει water..water..water. Δηλαδή νερό...νερό..
Ο υπάλληλος - που δεν μιλούσε κι αυτός τέλεια Αγγλικά -  πάει και του φέρνει ένα μπουκαλάκι εμφιαλωμένο νερό.
Ο Γιάννης κουνάει αρνητικά το κεφάλι του και ξανά λέει water..water.. δείχνοντάς του έξω που έβρεχε.
«Α... θα θέλει περισσότερο νερό» - σκέφτηκε ο υπάλληλος - και του φέρνει ένα ολόκληρο κιβώτιο.
Πάλι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του ο Γιάννης και συνέχισε να του λέει water..water..
Ο υπάλληλος σήκωσε τους ώμους του σαν να του έλεγε. «Δεν καταλαβαίνω τι λες».
 Έφυγε ο Γιάννης απογοητευμένος και έγινε ο ταξιδιώτης της...βροχής μέχρι να φτάσει σπίτι του.
Την άλλη μέρα στη δουλειά ρώτησε που μπορεί να αγοράσει μια ομπρέλα. Του είπαν δυο τετράγωνα πιο κάτω είναι ένα μαγαζάκι που έχει απ' όλα. Έχει και ομπρέλες.
Ήταν το μαγαζάκι που το προηγούμενο βράδυ είχε επισκεφθεί ο Γιάννης.
Σήμερα βρέχει  πάλι. Πήγε με την ελπίδα να μπορέσει να συνεννοηθεί και να αγοράσει μια ομπρέλα.
Στο ταμείο σήμερα ήταν μια κάπως ηλικιωμένη γυναίκα καλοσυνάτη η οποία μιλούσε άπταιστα Αγγλικά κι όχι σπαστά σαν τον χτεσινό υπάλληλο.
Πήγε με θάρρος ο Γιάννης και της αράδιασε όλα τα... Αγγλικά που ήξερε...water..water...water 
Η γυναίκα έδειξε οτι ήθελε να βοηθήσει. Τον κοίταξε με καλοσύνη και προσπάθησε να καταλάβει τι της λέει. Βλέποντας τα βρεγμένα ρούχα του Γιάννη φάνηκε να κατάλαβε.
Είναι γνώρισμα αυτό των Αμερικανών. Δεν αποπαίρνουν κάποιον όταν βλέπουν οτι έχει πρόβλημα με τη γλώσσα. Δεν τον ειρωνεύονται. Ίσως να πέρασαν κι αυτοί μια τέτοια εμπειρία για αυτό είναι πάντα πρόθυμοι να βοηθήσουν. Η Αμερική άλλωστε είναι χώρα των μεταναστών.
Τον πήρε από το χέρι και πήγαν στον τελευταίο διάδρομο του μαγαζιού σ' ένα ράφι με ομπρέλες.
Ο Γιάννης όταν τις είδε χαμογέλασε, πήρε μια, πήγαν στο ταμείο πλήρωσε και με μια υπόκλιση ευχαρίστησε την κυρία και έφυγε.
Και τι ειρωνεία!. Η ομπρέλα στα Αγγλικά λέγεται umbrella. Δηλαδή ..ομπρέλα.  
Στο δρόμο ο Γιάννης - ίσως - να  τραγουδούσε ....στην Αμερική συννέφιασε και στη Βοστώνη βρέχει, άλλος ομπρέλα έχασε κι ο Γιάννης ομπρέλα έχει.

 

                               

 

Thursday, November 24, 2016

ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΩΝ


 
 
 
                                 Τι είναι τελικά αυτή η ημέρα των Ευχαριστιών;

 Ειναι η δεύτερη μεγάλη γιορτή των Αμερικανών μετά τα Χριστούγεννα σε σημασία και η πρώτη σε...κυκλοφοριακό. Ταξιδεύουν από τη μια άκρη της Αμερικής έως την άλλη για να βρεθούν με τις οικογένειές τους την ημέρα αυτή.
Αν και είναι μια καθαρά Αμερικάνικη γιορτή, τη γιορτάζουμε κι εμείς οι
Έλληνες αφού είμαστε νόμιμοι πολίτες και κάτοικοι αυτής της χώρας. Πρέπει
να ακολουθούμε τα ήθη και έθιμα και να τηρούμε τους νόμους του κράτους που
ζούμε.
Η γιορτή αυτή δεν έχει ημερομηνία, έχει μόνο ημέρα. Αυτή η ημέρα είναι η
τελευταία Πέμπτη του μηνός Νοεμβρίου.
Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1620 το Mayflower ( Μαγιάτικο λουλούδι ) με 102 επιβέτες σαλπάρει από το λιμάνι του Πλίμουθ της Αγγλίας με προορισμό την Βιρτζίνια.
Δεν ήταν κατασκευασμένο για κρουαζιέρες, ούτε να μεταφέρει επιβάτες.
Ήταν ένα εμπορικό καράβι. Με τα σημερινά δεδομένα, φαντάζει πολύ μικρό, αλλά ήταν ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά καράβια για την εποχή του. Ήταν σχεδιασμένο να χωράει όλα όσο χρειάζονταν οι επιβάτες του.Τα ατομικά τους είδη μεταξύ αυτών και μερικά μοκροέπιπλα, κρασί, νερό, ζάχαρη, μπαχαρικά, ρύζι, χοιρινό, ψάρια, όσπρια και ότι άλλο είδος φαγητού μπορούσε να αποθηκευτεί για ένα τόσο μεγάλο ταξείδι στη θάλασσα.
Για 65 συνεχόμενες ημέρες ήταν όλοι στοιβαγμένοι σε ένα δωμάτιο δίχως καμιά ιδιωτική στιγμή ( privacy ) και με μια τουαλέτα. 51 Άντρες, 20 γυναίκες, 21 αγόρια και 10 κορίτσια. Οι περισσότεροι δεν ήταν προετοιμασμένοι για ένα τέτοιο ταξείδι σε φουρτουνιασμένη θάλασσα και το χειρότερο, υπέφεραν από τραυματισμούς καθώς χτυπούσαν από τον έναν τοίχο στον άλλον όταν τα τεράστια κύματα ταρακουνούσαν το καράβι. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα, να ασχοληθούν με κάτι για να περνάει η ώρα τους. 

 Απομίμηση του αυθεντικού  Mayflower  (  Μαγιάτικο λουλούδι ) . Ταξιδεύει και ''αράζει'' σε όλα τα λιμάνια της Αμερικής  για τουριστικούς σκοπούς.

Τότε ( τον 17ο αιώνα ) δεν υπήρχαν ραντάρ και υψηλής τεχνολογίας μηχανήματα να δείχνουν το ακριβές σημείο του πλοίου στον Ωκεανό. Κάθε τόσο έπρεπε να ανεβαίνουν στο κατάστρωμα και να μετρούν τον ορίζοντα και τη θέση των αστεριών με ένα μηχάνημα που λεγόταν quardrant. Η ερμηνεία του στα Ελληνικά είναι: τεταρτοκύκλιον υψόμετρον.
Δεν ξέρω τι μηχάνημα είναι αυτό και πως δουλεύει.
Ένα άλλο μηχάνημα που χρησιμοποιούσαν λεγόταν cross-staff.
Άγνωστο κι αυτό. Αυτά τα μηχανήματα τους βοηθούσαν να υπολογίζουν την θέση που βρίσκεται το καράβι, σε ποιό μήκος και πλάτος του  Ωκεανού. Με άλλα λόγια θα έπρεπε να ήταν καλοί στα μαθηματικά.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, θύελλες και καταιγίδες χτύπησαν το καράβι προκαλώντας  μεγάλες ζημιές.
Στις 11 Νοεμβρίου του 1620 ''έπιασε'' στεριά , στην περιοχή Cape Cod της Μασαχουσέτης. Εκεί βρήκαν ομαλό έδαφος και καλό νερό. Ο πρώτος Χειμώνας ήταν δύσκολος. Μονο 53 από τους 102 επιβάτες και μισό από το πλήρωμα επέζησαν από τον βαρύ χειμώνα και την έλλειψη καταλλήλων τροφών.
Τον Απρίλιο του 1621 το καράβι γύρισε πίσω στην Αγγλία.
Οι Ινδιάνοι της περιοχής βοήθησαν και έμαθαν στους ''ξένους'' πως να κυνηγούν και να καλλιεργούν τη γη. Στο τέλος του επόμενου καλοκαιριού οι ''άποικοι'' του Πλίμουθ γιόρτασαν την πλουσια σε συγκομιδή χρονιά, με μια τριήμερη γιορτή. Αυτή τη γιορτή γιορτάζει η Αμερική σήμερα.
Μια γιορτή που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι όχι μόνο Αμερικάνικη,
αλλά παγκόσμια.
Θρησκευτική γιορτή. Το Θεό ευχαρίστησαν οι πρώτοι μετανάστες  για τη βοήθεια
που βρήκαν από τους Ινδιάνους και για την πλούσια σοδειά που είχαν από την
καλλιέργεια της γης.



 
          Αναπαράσταση της πρώτης γιορτής των Ευχαριστιών. Άγγλοι μετανάστες και Ινδιάνοι μαζί.
 
Το σημείο που άραξε το πλοίο τους λέγεται Πλίμουθ και υπάρχει ένα καράβι πιστό αντιγραφο του May flower ( Μαγιάτικο λουλούδι ) του καραβιού που τους έφερε στη νέα τους Πατρίδα.
Το Πλίμουθ είναι ένας ιστορικός χώρος με μουσεία, με ένα χωριό που αναπαριστά τη ζωή εκείνων των χρόνων, τις αγροτικές δουλειές, τις ενδυμασίες της εποχής, ακόμα και η γλώσσα έχει την Αγγλική προφορά.
Τα σπίτια είναι μικρά καλυβάκια με το παραγώνι που ανάβουν τη φωτιά και τη
σιδεροστιά με τους τετζερέδες που μαγειρεύουν.  Μερικές σανίδες για κρεββάτι
και κάτι ντιβανοκασέλες όπου είχαν όλο το νοικοκυριό τους. 
Η ζωή στο χωριό κυλάει σε όχι σημερινούς ρυθμούς, αλλά σε ρυθμούς της εποχής εκείνης. Μόνο η ημερομηνία είναι σημερινή. Η χρονολογία είναι στο 1620.
Ρωτήσαμε μια γυναίκα γιατί είναι λυπημένη και μας είπε οτι πριν λίγες μέρες πέθανε το παιδί της από υψηλό πυρετό.
Μια άλλη που έσκαβε μόνη της, μας είπε οτι ο άντρας της και ο αδελφός της έχουν παει για κυνήγι.
Οι δουλειές γίνονται ανάλογα με την εποχή. Όταν επισκεφτήκαμε το χωριό, ήταν άνοιξη και τους ''πετύχαμε'' να σπέρνουν αραποσίτι. Είχαν ανοίξει αυλάκια έριχναν έναν-έναν τους σπόρους και τους σκέπαζαν με λίγο χώμα.
 
  Ένα καλά οργανωμένο χωριό της εποχής του 1620       
Το πότισμα των χωραφιών γίνεται με τον (παραδοσιακό) γνωστό τρόπο το…αυλάκι, υπάρχουν κόφτρες οι οποίες κανονίζουν που θα παει το νερό, έχουν κότες, κατσίκες, κουνέλια και γενικά παρουσιάζουν την ζωή εκείνης της εποχής.
Για όλους εμάς που ζήσαμε στα χωριά, ίσως να μην έχει μεγάλη διαφορά η ζωή η δική μας με εκείνων των ανθρώπων. Κάπως έτσι ήταν η ζωή μας στο χωριό.
Για τους νέους Αμερικανούς όμως έχει σημασία και είναι σπουδαίο να βλέπουν πως δημιουργήθηκε η χώρα τους.
Υπάρχει και μια μεγάλη πέτρα ( κοτρόνα ) που λέγεται οτι σ'αυτή (πρωτο)πάτησαν όταν βγήκαν από το καράβι.
                             
  

Η πέτρα που λέγεται οτι πάτησαν, κατεβαίνοντας από το καράβι.
Δεν έχουν Παρθενώνες και Ολυμπίες να μας δείξουν οι Αμερικάνοι.
Μια κοτρόνα έχουν κι αυτή μας δείχνουν.
Ήθελα να ήξερα, εμείς, έχουμε κρατήσει κάτι που να μας θυμίζει τους Ολυμπιακούς αγώνες που κάναμε πριν μερικά χρόνια. Τους αγώνες που κοπιάσαμε τόσο πολύ να αναλάβουμε και που ξοδέψαμε τόσα πολλά να  διοργανώσουμε.
 Αλλά ας μη γίνομαι κακός σήμερα - μέρα που είναι - κι ας γυρίσω πίσω στο θέμα μας.

 
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Αμερικανός για να γιορτάσει αυτή την ημέρα γιατί είναι μια γιορτή που μας θυμίζει οτι είμαστε άνθρωποι και οτι μέσα μας υπάρχει ακόμα το ωραίο συναίσθημα για το οποίο είμαστε πλασμένοι. Να αγαπάμε και να αγαπιόμαστε. Να λέμε ένα ευχαριστώ και ένα σ' αγαπώ στους ανθρώπους που είναι δίπλα μας.
 Υπάρχουν άνθρωποι που μας αγαπάνε, που περιμένουν μα αξίζουν και τη δική μας αγάπη. Είναι οι άνθρωποι που μας κοιτούν με συμπάθεια και καλοσύνη, είναι το φιλικό χέρι που μας χτυπά την πλάτη σε μια δύσκολη στιγμή, είναι μια κουβέντα επομένη με ειλικρίνεια.
 Ένα γνωμικό λέει.. ***δεν έχει σημασία πόσο μεγάλο είναι το σπίτι σου, αλλά
πόσο κόσμο χωράει η καρδιά σου. ***
 Θα τους δούμε αυτούς τους ανθρώπους αν ανοίξουμε την καρδιά μας και τους
αφήσουμε να την γεμίσουν. Ας κάνουμε εμείς την αρχή σήμερα μιας και είναι
ημέρα των ευχαριστιών και ας δώσουμε το χέρι μας σε κάποιον χωρίς να τον
κρίνουμε. Ας του δώσουμε λίγο χώρο μέσα μας να ξαποστάσει.
Είναι ευλογία το να δίνεις λίγη χαρά σε κάποιον που τη χρειάζεται.
 
 
 
 
                                        Ο φούρνος που δεν έλειπε από κανένα σπίτι.
 
      Μου φωνάζουν από την κουζίνα οτι η γαλοπούλα είναι έτοιμη και θα κρυώσει.
                                         Έυχομαι σε όλους χρόνια πολλά.
 
 

 

Monday, November 7, 2016

ΚΟΛΟΚΥΘΙΑ ΤΟΥΜΠΑΝΑ



Σ' ένα όμορφο προάστιο βόρεια της Βοστώνης κάθε χρόνο στις αρχές του
Φθινοπώρου λαμβάνει χώρα ένα festival, μια έκθεση αγροτικών ( και όχι μόνο ) προϊόντων με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της περιοχής, δίνοντας συγχρόνως τη δυνατότητα σε επαγγελματίες και ερασιτέχνες να παρουσιάσουν τα ''προϊόντα'' τους. Μια μικρή έκθεση Θεσσαλονίκης με λίγα λόγια.
Σύγχρονα ανθοκομεία, από τη στιγμή που ένα μικρό σποράκι θα φυτευτεί σε λίγο χώμα, μέχρι που θα γίνει ένα πανέμορφο λουλούδι και θα στολίσει μεγάλες αίθουσες και ακριβά σαλόνια.
Οικογενειακές επιχειρήσεις ορνιθοτροφίας, χοιροτροφίας, μελισσοκομίας, χειροτεχνίας, διακόσμησης, είδη εστιατορίου, ζαχαροπλαστικής, κρασοπαραγωγοί ( η ραχοκοκαλιά της οικονομίας όπως λέμε ) κι ότι άλλο έχει σχέση με την ιδιωτική πρωτοβουλία η οποία δεν αφήνεται στην τύχη της, αλλά αντιθέτως βοηθιέται από την πολιτεία.
Η έκθεση αυτή είναι ίσως η αρχαιότερη ( 200 χρονών ) στην ιστορία της Αμερικής.
Λέγεται, ότι στις 16 Φεβρουαρίου του 1818 μαζεύτηκαν σε μια ταβέρνα καμιά 25ριά ( πρακτικοί )αγρότες και προσπάθησαν να φτιάξουν ένα  (αγροτικό ) σύλλογο, με σκοπό να κεντρίσουν το ενδιαφέρον κι άλλων αγροτών της περιοχής έτσι ώστε αναβαθμίσουν, να καλυτερεύσουν τις καλλιέργειές τους και την σωστή ανατροφή των βοοειδών τους. 
Ο σύλλογος ονομάστηκε: Essex Agricultural Society. Δηλαδή, Αγροτικός σύλλογος της  Επαρχίας του Έσσεξ. Το τι πέτυχε αυτός ο σύλλογος, φαινόταν από τις εκθέσεις που διοργάνωνε κάθε χρόνο σε διαφορετικές περιοχές. To 1910 αποφάσισαν, η έκθεση να γίνεται στο κεντρικότερο σημείο της Επαρχίας εκεί που εικάζεται ότι ξεκίνησε, έτσι ώστε να είναι προσβάσιμη από όλη την περιοχή. Στην περιοχή που ονομάζεται Τόπσφιλντ (Topsfield ).
Οι δρόμοι που οδηγούν στην έκθεση, θυμίζουν Ελληνική Χριστουγεννιάτικη έξοδο. Χιλιόμετρα οι ουρές των αυτοκίνητων.
Μερικοί επιτήδειοι, κυκλοφορούν ανάμεσα στα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα και πουλούν μικρούς πρόχειρους χάρτες με ''κρυφά μονοπάτια''  για να φτάσεις στον χώρο της έκθεσης εύκολα και γρήγορα.
Παρατήρησα, οτι οι οδηγοί δεν έδειχναν ενδιαφέρον για αυτόν τον χάρτη. Χωρίς πολύ σκέψη αγόρασα έναν και ακολούθησα τις οδηγίες, κοιτάζοντας ειρωνικά τους οδηγούς που έμεναν στα ακινητοποιημένα αυτοκίνητά τους. Αποτέλεσμα βέβαια ήταν να πάθω αυτό που έπαθε  κάποιος όταν ξεκίνησε πρωί- πρωί ( για να αποφύγει την κυκλοφορία ) να πάει στη Βουλιαγμένη για μπάνιο, αλλά την ίδια σκέψη είχαν κάνει …ενα εκατομμύριο Αθηναίοι!!
Κόσμος από όλη την Αμερική και τον Καναδά επισκέπτεται την έκθεση στις δυο εβδομάδες της λειτουργίας της. Το τελευταίο Σαββατοκύριακο οι επισκέπτες φτάνουν τις  200.000.

Τα τεράστια κολοκύθια μεταφέρονται με γερανούς σε πλατφόρμες
Στον χώρο του festival, γίνονται διάφορες εκδηλώσεις με μουσικά συγκροτήματα, λούνα παρκ, εστιατόρια, παιδικές χαρές, κ.λπ.
Οι διοργανωτές έχουν θεσπίσει έναν διαγωνισμό για το μεγαλύτερο…. κολοκύθι και οι νικητές μοιράζονται πάνω από 10.000 δολάρια. Πέρυσι, το μεγαλύτερο ζύγιζε 1992.5  pounds, δηλαδή 703 κιλά και 78 γραμμάρια. Φέτος το κολοκύθι που πήρε το πρώτο βραβείο ζύγιζε 2075,5 pounds, δηλαδή 941 κιλά και 43 γραμμάρια.


Μπορεί να νικήσαμε τους Αμερικανούς στο μπάσκετ,  στα … κολοκύθια όμως είναι ''αχτύπητοι''.

 








Οι φαρμαδόροι όλο τον χρόνο προσπαθούν να μεγαλώσουν το …μανάρι τους

Monday, October 24, 2016

ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΜΑΣ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ



        «Το αμπέλι είναι μπελάς, το βαγένι είναι κτήμα»         
 ... έλεγαν οι παλιοί και δεν είχαν άδικο.

                                                

Κατάκοπος από την διπλή βάρδια της σημερινής ημέρας στο εστιατόριο που δουλεύω, έφτασα στο σπίτι μου.
Ανεβαίνοντας  στα πρώτα σκαλιά, με ''πήρε''  μια ωραία γλυκιά μυρωδιά από την μισάνοιχτη πόρτα της κουζίνας.
Πάνω στο μεγάλο ''μάτι'' της στόφας, μια κατσαρόλα όπου μέσα… χοροπηδούσε βράζοντας ο μούστος μέχρι να πήξει και να γίνει πετιμέζι.
Με μιας ο νους μου με ταχύτητα ίντερνετ και διανύοντας μια απόσταση πολλών χιλιομέτρων μέσα στον χρόνο, έφτασε στο Πατρικό μου σπίτι στο χωριό, τότε που ο Πατέρας'' έβαζε''  δυο βαγένια  κρασί και τις περισσότερες φορές δεν ήταν αρκετό μέχρι την επόμενη σοδειά.
Μάστορας ο Πατέρας στο κρασί. Οινολόγος. Για αυτό είχαμε πάντα ωραίο κρασί στο σπίτι μας.
Κρασί, που μαζί με τον σίτον και το έλαιον, δεν έλειπε από κανένα σπίτι.
Ο κήπος με την αυλή ήταν το καμάρι της νοικοκυράς και το αμπέλι του νοικοκύρη.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Στάφυλος ήταν γιος του Διονύσου και της Αριάδνης. Σε άλλο μύθο ο Στάφυλος ήταν βοσκός του βασιλέα της Αιτωλίας Οινέα. Καθώς έβοσκε τις κατσίκες του, παρατήρησε ότι μια από αυτές τρώγοντας συνέχεια ένα συγκεκριμένο καρπό πάχαινε περισσότερο από τις άλλες. Μάζεψε τότε αρκετούς και τους πρόσφερε στον βασιλιά του. Εκείνος παρασκεύασε ένα χυμό τον οποίον ονόμασε "οίνο", στον δε καρπό έδωσε το όνομα του βοσκού του (σταφύλι).
Οίνος ευφραίνει καρδίαν!!! ανθρώπων.
Οχι μόνο ανθρώπων αλλά και Θεών και ημίθεων ακόμα και του Θεανθρώπου Χριστού,  που καθώς μας μαρτυρούν οι Γραφές το... έτσουζε λιγάκι όπως στον γάμο της Κανά, όταν στέρεψαν οι νταμιτζάνες  για να μην... σχολάσει ο γάμος, δια Θαύματος έκανε το νερό κρασί.
Ε!!! ρε και να γινόταν σήμερα κάνα τέτοιο θαύμα!

Το αμπέλι είναι στα αλήθεια ευλογημένο, μετρήστε πόσα προϊόντα παίρνουμε και φτιάχνουμε από αυτό:

Αμπελόφυλλα, αμπελοβλάσταρα, σταφύλια, σταφίδες, μούστο, πετιμέζι, κρασί, ξύδι, τσίπουρο, κονιάκ μέχρι και καθαρό οινόπνευμα. Μέχρι και τα κλαδιά που κλαδεύουμε τα χρησιμοποιούμε για το αρνί που ψήνουμε το Πάσχα, ή για προσάναμμα.
Επίσης, τα κουκούτσια κυρίως των κόκκινων σταφυλιών περιέχουν λάδι με αντικαρκινικές και αντιοξειδωτικές ικανότητες.
Για να φτάσει όμως το κρασί  μέχρι το ποτήρι θέλει πολύ δουλειά.
  

Τα κοφίνια που κρατούσαν οι τρυγητές. 
Όταν γέμιζαν, τα άδειαζαν σε μεγαλύτερα που τα λέγανε πούργια .


Τα πούργια τα φορτώνανε στα ζώα κι έπαιρναν το δρόμο για το πατητήρι.
                         
Πράγματι είναι μπελάς το αμπέλι. Χρειάζεται φροντίδα και περιποίηση σχεδόν όλο τον χρόνο.
Το φύτεμα γίνετε την άνοιξη και πρέπει η βέργα να είναι γερή και  διαλεγμένη από καλό κλήμα  της προηγούμενης χρονιάς που έχει ριζοπιάσει.           
Το κλάδεμα που απαιτούσε γνώση ώστε να μένουν τα γερά και μεστωμένα πετάγματα και  γίνεται από τα μέσα Φεβρουαρίου μέχρι τα μέσα Μαρτίου περίπου, αλλά ο πιο κατάλληλος μήνας είναι ο Ιανουάριος. Οι παλιοί έλεγαν μόλις μεγαλώσει η μέρα μια ώρα και θα έχει αρχίσει να ζεσταίνει πιο πολύ η μέρα. Υπάρχει και το χλωρό κλάδεμα που γίνεται αργότερα και όταν το κλήμα έχει βλαστήσει, αλλά αυτό έρχεται απλά να συμπληρώσει το χειμωνιάτικο.
Το καθάρισμα -  σκάλισμα  του αμπελιού από τα διάφορα ζιζάνια ( αγριάδα και κάθε είδους χορταριού ), γινόταν όχι με μηχανήματα όπως σήμερα αλλά με τα χέρια. Μηχανήματα ήταν τα μπράτσα μαζί με ένα ειδικό ξινάρι που το λέγανε τσάπα και ήταν πλατύ για να φτουράει στο σκάψιμο. Στο σκάψιμο υπήρχε αλληλοβοήθεια από τους κατοίκους, ήταν βαριά δουλειά, κουραστική για ένα άτομο να σκάψει όλο το αμπέλι. Μερικοί  ''επαγγελματίες'' στο σκάψιμο, σκέπαζαν με τρόπο το άσκαφτο χώμα( με αυτό που έσκαβαν ) και προχωρούσαν μπροστά από τους άλλους για να δείξουν στο αφεντικό οτι είναι καλοί εργάτες ( γρήγοροι ) και να τους προτιμήσει σε άλλες δουλειές.
Το ράντισμα γινόταν με θειάφι και γαλαζόπετρα ( χαλκός ),  αυτά ήταν τα χημικά που χρησιμοποιούσαμε τότε  σε όλη τη διάρκεια της ζωής του σταφυλιού μέχρι να τρυγηθεί, ανάλογα με τη φάση που βρισκόταν. Από τότε που ''πέταγε'' το κλήμα, όταν μεγάλωναν οι βλαστοί, λίγο πριν ανθήσουν, όταν σχηματιζόταν η ρόγα, μετά από βροχή κ.λπ.  Οι σταγόνες βροχής που έμεναν πάνω στα φύλλα δημιουργούσαν μια αρρώστια  ( τον λεγόμενο περενόσπορο )  που  ήταν καταστρεπτική για τα φύλλα και για ολόκληρο τη κλήμα.
Το ράντισμα ήταν πολύ σημαντικό για το αμπέλι. Έπρεπε να γίνει στην ώρα του διαφορετικά ίσως να πήγαιναν οι κόποι χαμένοι. Θυμάμαι έναν Γεωπόνο που έλεγε οτι ανήμερα το Πάσχα, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού ψιχάλισε για λίγο και ύστερα βγήκε ο ήλιος. Αυτό ήταν ότι χειρότερο για το αμπέλι. Σηκώθηκε από το τραπέζι, πήγε στο αμπέλι να το ραντίσει και του πήγαν τη μαγειρίτσα και την έφαγε εκεί, στο αμπέλι.     
         Θέρος, τρύγος, πόλεμος

Πόλεμο δεν έζησα, αλλά έζησα και το θέρος και τον τρύγο.
Τρύγος,  η πιο σημαντική στιγμή. Πρέπει να γίνει την σωστή ημέρα, τότε που θα έχουν ωριμάσει τα σταφύλια και ποτέ μετά από βροχή διότι η βροχή ξεπλένει αυτή την  άσπρη σκόνη πάνω στις ρόγες και που είναι η ζάχαρη του σταφυλιού η οποία θα δώσει τους βαθμούς στον μούστο για να γίνει καλό και δυνατό το κρασί.
Όταν ερχόταν ο καιρός για τον τρύγο, όλο το χωριό ήταν ανάστατο. Όλοι ετοίμαζαν τα κοφίνια και ακόνιζαν τους σουγιάδες και τα μαχαίρια με τα οποία θα 'κοβαν τα σταφύλια.                                                                                                       
Την ημέρα του τρύγου ξεκινούσαν με χαρά και με πειράγματα << άντε ξεκινάμε, μας έπιασε ο ήλιος>>, << μην ξεχάσεις το παγούρι με το νερό>>, <<ασ΄ το νερό μωρέ και πάρε κάνα μπουκάλι κρασί>>, <<κάντε γρήγορα οι άλλοι έχουν φύγει κι εμείς είμαστε ακόμα εδώ>> και πολλά τέτοια που έδειχναν την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση που έφτασε η ευλογημένη στιγμή του τρύγου, οι κόποι της χρονιάς δεν πήγαν χαμένοι και  το κρασί θα μπει στο βαγένι
Στον δρόμο για το αμπέλι, συναντούσαμε κι άλλους χωρικούς που πήγαιναν κι αυτοί για τρύγο κι άρχιζε η κουβέντα. <<Καλά κρασιά ρε παιδιά>>. <<Πως παει έχει πράμα φέτος>>. Έχει, έχει, πήγε καλά η χρονιά >>. <<Δεν έβρεξε τώρα τελευταία και θάχουν καλό γράδο>>. Και βέβαια, κερνούσε ο ένας τον άλλον ένα ποτηράκι από το περσινό.

                                                            Το πάτημα              

Η ημέρα αυτή έμοιαζε σαν γιορτή. Ο Πατέρας άρχιζε το πάτημα πρωί πρωί. Η Μάννα βοηθούσε κι αυτή όσο μπορούσε. Συντηρούσε τη φωτιά στο χαρανί        ( καζάνι ) για να έχει ζεστό νερό να πλαίνονται τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν. Δοχεία, κανάτες, λεκάνες, κατσαρόλες, στραγγιστήρια και ότι άλλο ερχόταν σε επαφή με το μούστο, έπρεπε να είναι πεντακάθαρο. Επίσης δεν έπρεπε να πέσουν ψίχουλα από ψωμί, γιατί το προζύμι ( η μαγιά ) εμπόδιζε τη βράση.  Θυμάμαι που μας έλεγε.. "Το κρασί είναι ζωντανό πράμα και χρειάζεται μεγάλη  καθαριότητα".
Όταν μπήκε ο μούστος στο βαγένι και άρχισε να βράζει, τότε κατάλαβα τι εννοούσε ο Πατέρας όταν μιλούσε για ζωντανό πράμα.
Και το βαγένι όμως ήθελε την δική του προετοιμασία. Το βγάζαμε έξω στην αυλή και με μια ξύστρα καθαρίζαμε τα υπολείμματα από την παλιά λάσπη  και ύστερα πλύσιμο με αρωματικά φυτά για να πάρει άρωμα το κρασί.


     H τσιφυλιά, το μηχάνημα που με την πίεση έβγαζε και την τελευταία σταγόνα μούστου από τις φλούδες και τα κουκούτσια.              
                                        Το πάτημα ήταν ημέρα γιορτής για τους μικρούς.  

 Εμείς τα μικρά είμαστε όλο χαρά εκείνη την ημέρα. Ο Πατέρας, μας άφηνε να πατήσουμε, αλλά δεν άντεχαν τα μικρά κι αδύνατα πόδια και σύντομα τα... ''παρατάγαμε''. Μας άρεσε γιατί βλέπαμε και συμμετείχαμε σε κάτι συναρπαστικό, κάτι που γινόταν μια φορά το χρόνο.
Το βράσιμο ( ζύμωση )  ήταν ένα από τα μυστικά της επιτυχίας. Λέγεται και αλκοολική ζύμωση. Η ζύμωση δηλαδή σε χυμό φρούτων (σταφυλιών, μήλων κ.λπ.), κατά την οποία τα ζάχαρα μετατρέπονται σε αλκοόλη.
Σε μια εγκυκλοπαίδεια βρήκα την χημική εξίσωση της λεγόμενης αλκοολικής ζύμωσης της γλυκόζης που είναι η εξής:
C6H12O6 → 2 CH3CH2OH + 2 CO2 (παραγόμενη ενέργεια:118 Kj/mol)όπου C6H12O6 η γλυκόζη CH3CH2OH η  αιθανόλη (είδος αλκοόλης) και CO2 τοδιοξείδιο του άνθρακα).
 Έπρεπε να βράσει καλά, να γίνει η ζύμωση για να μετατραπεί ο μούστος σε κρασί. Όταν ο καιρός ήταν κρύος και δεν βοηθούσε στο βράσιμο, βοηθούσαμε εμείς βάζοντας ένα μαγκάλι με φωτιά να σιγοκαίει δίπλα στο βαγένι. Κι όταν όλα πήγαιναν καλά, μετά τ'Αγιοδημητριού, ο Πατέρας έπιανε το πρώτο ποτηράκι και ένα πλατύ χαμόγελο απλωνόταν στο πρόσωπο του, δείγμα ότι το κρασί ήταν καλό και δεν πήγαν χαμένοι οι κόποι του.             
                                Παππούς Βασίλης, εγγονός Βασίλης τσουγκράνε το ποτηράκι τους.

                                                  Πως παει κάτω το άτιμο!!!. 
                                                Άντε εβίβα ρε παιδιά και καλό χειμώνα.