Thursday, April 18, 2019

Ο ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΤΗΣ ΒΟΣΤΩΝΗΣ


 
Την περασμένη εβδομάδα στο Κυβερνείο της Βοστώνης σε μια ωραία τελετή, έγινε η παρουσίαση των στεφανιών για τους νικητές του μαραθωνίου δρόμου της Βοστώνης ο οποίος πραγματοποιήθηκε την Δευτέρα 15 Απριλίου. Στην τελετή ήταν παρόντες ο Δήμαρχος Βοστώνης Martin Walsh, ο πρώην Κυβερνήτης της Μασαχουσέτης Μιχάλης Δουκάκης, εκλεγμένοι γερουσιαστές, εκπρόσωποι του προξενικού σώματος και πλήθος κόσμου.
Η παράδοση των στεφανιών ξεκίνησε το 1984, όταν Κυβερνήτης της Μασαχουσέτης ήταν ο Μιχάλης Δουκάκης προς τιμήν του Έλληνα δρομέα Στέλιου Κυριακίδη ο οποίος το 1946 ήρθε από την Ελλάδα που την τσάκιζε ο η ναζιστική κατοχή, για να συμμετάσχει στον Μαραθώνιο της Βοστώνης και να κερδίσει τον μεγάλο John Kelly ο οποίος ήταν φαβορί.
Ο Μαραθώνιος της Βοστώνης θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Μαραθωνίους στον κόσμο και υπογραμμίζει τους κοινούς πολιτισμικούς δεσμούς της πόλης με την Ελλάδα, καθώς η Βοστώνη, είναι η γενέτειρα της Αμερικανικής επανάστασης, αποκαλείται συμβολικά και ως η  «Αθήνα» Των ΗΠΑ.
 
 



O Μαραθώνιος της Βοστώνης είναι η πιο παλιά διοργάνωση μετά τους Ολυμπιακού αγώνες. Διεξάγεται κάθε χρόνο την τρίτη Δευτέρα του Απριλίου, ημέρα που η πολιτεία της Μασαχουσέτης  γιορτάζει την ημέρα του Πατριώτη (Patriots' day), σε ανάμνηση των δύο πρώτων μαχών του πολέμου της Αμερικανικής ανεξαρτησίας.
Ο Πρώτος Μαραθώνιος της Βοστώνης διοργανώθηκε από τον Σύλλογο Αθλητών Βοστώνης (Boston Athletic Association) το 1897 ένα χρόνο μετά από τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες που έγιναν στην Αθήνα το1896. Σκοπός δε ήταν να συνδέσει τον αγώνα των αρχαίων Αθηναίων και των Αμερικανών για την ελευθερία.  
Στους αγώνες των Αθηνών ήταν κι ένας κύριος ονόματι Τζον Γκράχαμ μέλος της Αμερικανικής αποστολής.
Παρακολούθησε με ενδιαφέρον τους αγώνες κι όταν επέστρεψε στην Αμερική, εμπνευσμένος όπως ήταν από τον αγώνα, αποφάσισε με έναν τοπικό παράγοντα να δημιουργήσουν μια παρόμοια διαδρομή με αγωνιστικό χαρακτήρα στην πόλη του συγκεντρώνοντας 15 αθλητές από τους οποίους τερμάτισαν οι 10.
Έτσι άρχισε ο Μαραθώνιος της Βοστώνης που καθώς περνούσαν τα χρόνια γιγαντωνόταν, έπαιρνε διεθνής διαστάσεις και σήμερα οι συμμετέχοντες ξεπερνούν τις 30.000. Οι αθλητές που ελάμβαναν μέρος δεν χρειαζόταν να πληρούν κάποια συγκεκριμένα κριτήρια μέχρι το 1970, όπου για πρώτη φορά εφαρμόστηκαν χρόνοι συμμετοχής.
Αργότερα, το 1975, αποφάσισαν να επιτρέψουν συμμετοχή σε αθλητές με αναπηρικά καρότσια κι έτσι η Βοστώνη έγινε η πρώτη πόλη που δεχόταν ανθρώπους με κινητικά προβλήματα στον αγώνα.
Οι αθλητές δεν ήταν υποχρεωμένοι να πληρώσουν για την συμμετοχή τους, αλλά ούτε έπαιρναν χρήματα για την νίκη τους. Αγωνίζονταν για την τιμή τους και το έπαθλό τους ήταν ένα δάφνινο στεφάνι και μια κατσαρόλα βοδινό κρέας που το σέρβιραν στα αποδυτήρια του Αθλητικού Συλλόγου Βοστώνης.
Το χρηματικό έπαθλο για τον νικητή, καθιερώθηκε το 1986 και σήμερα το ποσό που λαμβάνουν οι πρωταθλητές, αγγίζει τις 150.00δολάρια.
Οι γυναίκες ήταν αποκλεισμένες από τους αγώνες και ο λόγος ήταν οτι ο Μαραθώνιος ήταν υπερβολικά κουραστικός για το λεπτό κι ευαίσθητο γυναικείο οργανισμό και η μεγάλη και σκληρή προπόνηση που απαιτούνταν θα έκανε τα σώματά τους «μυώδη και αντρικά».
Το 1996 καθώς συμπληρωνόταν η εκατονταετηρίδα (Centennial)  από τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες, σημειώθηκε  παγκόσμιο ρεκόρ συμμετοχής με  38,708 από τους οποίους τερμάτισαν οι 35,868.
Στον Μαραθώνιο της Βοστώνης έχουμε δυο Ελληνικές συμμετοχές όπου έγιναν σε πολύ δύσκολους καιρούς.
Τον Απρίλιο του 1920 ο Έλληνας Παναγιώτης Τριβουλίδης νίκησε αυτόν τον αγώνα, τρέχοντας με Αμερικανικά χρώματα, ενώ τον Απρίλιο του 1946 σειρά είχε ο Κύπριος πρωταθλητής των δρόμων αντοχής Στέλιος Κυριακίδης. Τα Αμερικανικά Μ.Μ.Ε τον ονόμασαν. «Απόγονο του Φειδιππίδη».
Ήταν η δεύτερη φορά που έτρεχε στην Βοστώνη. Η πρώτη ήταν το 1938, αλλά δεν τα κατάφερε. Αιτία ήταν τα παπούτσια που του είχαν αγοράσει οι ομογενείς για τον αγώνα, αλλά επειδή ήταν καινούργια του μάτωσαν τα πόδια. Η αυτοπεποίθησή του και η δίψα του για νίκη ήταν τέτοια που δήλωσε στην εφημερίδα της Βοστώνης «Boston globe»: «Μια μέρα θα ξανάρθω και θα νικήσω».

 Η Ελλάδα δεν του κάλυπτε τα έξοδα λόγω πολέμου κι αναγκάστηκε να πουλήσει τα έπιπλα του σπιτιού του και με μια οικονομική βοήθεια που του πρόσφερε η «Ηλεκτρική εταιρία» όπου εργαζόταν (η σημερινή ΔΕΗ) , αγόρασε τα εισιτήρια για Αμερική.
Όταν όμως έφτασε στην Αμερική, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα πρόβλημα. Από την πείνα της κατοχής ήταν πολύ αδύνατος και οι γιατροί δεν τον άφηναν να τρέξει πιστεύοντας οτι δεν θα αντέξει. Αναγκάστηκε τότε να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση οτι θα ευθύνεται αυτός για ότι συμβεί κι έτσι έλαβε μέρος στον αγώνα.
«Ήρθα να τρέξω για 7 εκατομμύρια πεινασμένους Έλληνες» είπε.
Ανάμεσα στους δρομείς ήταν κι ένας κορυφαίος Αμερικανός αθλητής και φαβορί για τον αγώνα, ο Τζόνι Κέλι. Στο 40ο χιλιόμετρο ο Στέλιος τον άφησε πίσω του τερμάτισε πρώτος και μάλιστα με χρόνο ρεκόρ το οποίο διατηρήθηκε μέχρι την δεκαετία του '60.
Ρώτησαν τον Τζόνι Κέλι πως και γιατί έχασε από τον Έλληνα κι αυτός απάντησε: «Πώς θα μπορούσα να νικήσω εγώ έναν τέτοιο αθλητή; Εγώ αγωνιζόμουν μόνο για τον εαυτό μου. Αυτός αγωνιζόταν για μια ολόκληρη πατρίδα».
 
 Στον τερματισμό και καθώς έκοβε πρώτος το νήμα  αναφωνούσε:  «Για την Ελλάδα», σύμφωνα με το περιοδικό Life
 
 
 
Ο Κυριακίδης κατάφερε να ξεπεράσει την επίδοση του μεγαλύτερου Έλληνα δρομέα, Σπύρου Λούη η οποία κρατούσε 40 χρόνια. Ο ίδιος ο Λούης λέγεται ότι του είπε μετά την κατάρριψη του ρεκόρ του: «Παιδί μου Στέλιο, να τρέχεις πάντα, γιατί εμείς οι Έλληνες γεννηθήκαμε για να τρέχουμε. Μόνο έτσι καταφέραμε να ζήσουμε τόσους αιώνες».
Αντί για δώρα, ο Κυριακίδης, ζήτησε από τους Αμερικανούς να βοηθήσουν τη χώρα του. Μια μεγάλη οικονομική βοήθεια και είδη πρώτης ανάγκης ξεκίνησε για την Ελλάδα με την ονομασία το «πακέτο του Κυριακίδη».
Η κινητοποίηση του Στέλιο να μαζέψει πράγματα για τον Ελληνικό λαό που υπέφερε κάτω από την Γερμανική μπότα, έφτασε στα αυτιά του Προέδρου (της Αμερικής) Τρούμαν ο οποίος τον κάλεσε  στον Λευκό Οίκο. Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1947 η Ελλάδα έλαβε 400 εκατ. δολάρια βοήθεια από το 1,4δις, που μοιράστηκε σε όλη την δοκιμαζόμενη Ευρώπη.
Στις 23 Μαΐου 1946 επιστρέφει στην Ελλάδα που την βρίσκει εν μέσω εμφυλίου, όμως, εκατοντάδες χιλιάδες λαού που έφταναν με κάθε μέσο από όλη την Ελλάδα ξεχύθηκε στους δρόμους και τον υποδέχτηκε σαν ήρωα.

 
Κατά την διάρκεια της κατοχής, το 1943, συνελήφθη από τους Γερμανούς κάπου στο Χαλάνδρι μαζί με άλλους 49, ως αντίποινα για τον φόνο ενός Γερμανού στρατιώτη. Ο Ίδιος γλίτωσε το εκτελεστικό απόσπασμα, επειδή τον αναγνώρισε ένας Γερμανός αξιωματικός που έτυχε να είναι κι αυτός Μαραθωνοδρόμος. Όταν άνοιξε το πορτοφόλι του Κυριακίδη, είδε την ταυτότητά του και την διαπιστευτήρια κάρτα των Ολυμπιακών αγώνων του Βερολίνου (1936) όπου είχε λάβει μέρος και τον ελευθέρωσε.   Οι υπόλοιποι συλληφθέντες ..εκτελέστηκαν.
Ο γιός του είχε πει ότι μια άλλη φορά, που οι Γερμανοί εισέβαλαν στο σπίτι τους, βρήκαν ένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Στην πρώτη σελίδα ήταν ο Χίτλερ. «Χάιλ Χίτλερ» είπαν και εξαφανίστηκαν. Έτσι δόθηκε εντολή να μην πηγαίνει κανείς στο σπίτι του Κυριακίδη  κι αυτός βρήκε την ευκαιρία να βοηθά στην απελευθέρωση της Ελλάδας.
Η πόλη Χόπκιντον της Βοστώνης εκεί που γίνεται η εκκίνηση του Μαραθωνίου, για να τιμήσει την επέτειο των 2500 χρόνων από την μάχη του Μαραθώνα, το 2010 αποφάσισε να στήσει  ένα άγαλμα ύψους 4 μέτρων που τον απεικονίζει τον Σπύρο Λούη, νικητή των πρώτου- σύγχρονου Ολυμπιακού Μαραθωνίου της Αθήνας το 1896, να ενθαρρύνει τον Στέλιο Κυριακίδη προς την δική του νίκη στην Βοστώνη το 1946  ο οποίος τον εμψυχώνει. Το ίδιο άγαλμα βρίσκεται και στον Μαραθώνα.

 

Θα κλείσω αυτό το αφιέρωμα με τα λογια που είπε ο Κυριακίδης σε κάποιους ανθρώπους. Μετά τον τερματισμό του, τον πλησίασαν κάποιοι τζογαδόροι, οι οποίοι είχαν ποντάρει στην νίκη του και αποκόμισαν ένα σημαντικό κέρδος μιας και δεν ήταν στα φαβορί. Του προσέφεραν δολάρια για να τον ευχαριστήσουν μα ο Στέλιος τα αρνήθηκε. «Δεν ήρθα για λεφτά. Ήρθα για να κερδίσω».
 
 
 


 

 

Saturday, March 2, 2019

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΠΛΗΓΩΝΟΥΝ


 

 

 

                                           «ΤΑΒΕΡΝΑ Ο ΜΕΘΥΣΤΑΚΑΣ»

 
Κοιτάω και ξανά κοιτάω τούτα τα χαλάσματα, αυτό το ερειπωμένο σπίτι φάντασμα που αντιστέκεται πληγωμένο από το χρόνο που το βαραίνει λες και θέλει να ξυπνήσει μνήμες από ένα αλλοτινό και ένδοξο παρελθόν και μιλάει με τον δικό του τρόπο για τα περασμένα μεγαλεία.

Λες και κρατάει για να εμποδίσει τη λησμονιά να το κατακτήσει, λες και θέλει να δραπετεύσει από το παρελθόν του!

Περνούσα απ' έξω και νόμιζα οτι άκουγα τις φωνές των ανθρώπων που βρίσκονταν μέσα. Άνθρωποι που το σημάδεψαν με την παρουσία τους. Και δεν ήταν άλλοι παρά οι Πατεράδες μας, τα μεγαλύτερα αδέλφια μας, οι φίλοι μας, τα ξαδέλφια μας.

Πρόκειται ασφαλώς για την ταβέρνα του συχωριανού μας κ. Βασιλείου Μουστάκη, του «Βασιλάκη» όπως τον ξέρουμε όλοι.

Και ποιος δεν την θυμάται αυτή την ταβέρνα και ποιος δεν θυμάται τον Βασιλάκη!!  

 Χωρίς καμία πολυτέλεια!. Τσιμεντένιο πάτωμα, μια ξυλόσομπα στη μέση, ψάθινες καρέκλες, ξύλινοι πάγκοι κι όταν «είχε κίνηση» το μαγαζί, οι πελάτες κάθονταν σε κασέλες, σε ξύλινα κιβώτια κι ότι άλλο βρισκόταν πρόχειρο. Λίγα αχρωμάτιστα τραπεζάκια, τσιμεντένια πεζούλια κι ένα μικρό μπαλκονάκι με κληματαριές που λειτουργούσε μόνο το καλοκαίρι.

Αυτό το μπαλκονάκι το χρησιμοποιούσε για κουρείο ο Σ.Β. (ο κουρέας του χωριού).

Aυτή η ταβέρνα είχε κάτι το διαφορετικό. Δεν έμοιαζε με τα άλλα μαγαζιά του χωριού στα οποία μπορούσες να συνοδέψεις το κρασάκι σου με κάποιο μεζεδάκι, μια κονσέρβα, δυο ελιές, λίγο σαλάμι. Πουλούσε κρασί και μόνο κρασί. Ξεροσφύρι μ’ άλλα λόγια!.

Πολλές φορές όμως οι πελάτες αγόραζαν κάποια κονσέρβα από τα μπακάλικα να συνοδέψουν το κρασάκι τους. Άλλες φορές πάλι όταν κάποιος πλανόδιος ψαράς περνούσε από το χωριό, η ταβέρνα του Βασιλάκη γέμιζε τσίκνα από το τηγάνι.

Για να καταλάβουμε ακριβώς το ρόλο της ταβέρνας (στη ζωή μας), πρέπει να την συγκρίνουμε με έναν άλλο (συγγενή προς αυτήν) χώρο, το καφενείο.

 Το καφενείο είναι ένας χώρος που όλα κινούνται συνειδητά. Στο καφενείο μαθαίνονται τα νέα από τα πιο σημαντικά,  έως τα πιο ασήμαντα.  Γίνονται συζητήσεις για την πολιτική κατάσταση, αναπτύσσονται κομματικές έριδες, δημιουργούνται μικρές «βουλές», ανάβουν τα αίματα και ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλον. Ακόμα κι όταν έπαιζαν τάβλι η κάποιο χαρτοπαίγνιο γινόταν σύγκρουση.

Η ταβέρνα είναι χώρος επικοινωνίας, κεφιού, διασκέδασης, γέλιου, καλαμπουριού, ξεδόματος.

Χώρος λησμονιάς  - βοηθούσης και της οινοποσίας - φευγιού από τα ντέρτια και τους καημούς της ζωής.

 Ήταν ένας χώρος όπου οι νέοι του χωριού έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός, έβρισκαν το.…. αντριλίκι τους.

Ο Βασιλάκης ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, γελαστός και το πρώτο κέρασμα ήταν πάντα δικό του.

Σε όλα τα τραπέζια είχε και το δικό του ποτηράκι.

Τα βαρέλια με τα κρασιά, ήταν στο υπόγειο και κάθε φορά ο Βασιλάκης κατέβαινε μια στενή τσιμεντένια σκάλα με αρκετά σκαλιά. Θα μπορούσε βέβαια να γεμίσει ένα μεγάλο δοχείο μια νταμιτζάνα π.χ. να την έχει πάνω στο μαγαζί και να αποφεύγει να ανεβοκατεβαίνει τη στενή και επικίνδυνη σκάλα, κάθε λίγο και λιγάκι.

Ο Βασιλάκης όμως είχε τη δική του φιλοσοφία. «Το κρασί -έλεγε- όταν βγει από τη μάννα του (το βαρέλι δηλαδή), πρέπει να καταναλωθεί κι όχι να μένει στα παγούρια και στα μπουκάλια».

Αυτό βέβαια είχε την εξήγησή του. Τα βαρέλια έπρεπε να είναι σε μέρος με σταθερή θερμοκρασία όλο τον χρόνο και τα υπόγεια ήταν ο καταλληλότερος χώρος.

Εκεί κάτω στο υπόγειο υπήρχε ένα τεράστιο βαρέλι το οποίο ζεύτηκε  (κατασκευάστηκε) μέσα στο δωμάτιο. Ήταν σχεδόν στο μέγεθος του δωματίου. Όταν ήταν καιρός να γεμίσει με καινούργιο κρασί και έπρεπε να πλυθεί, κατεβαίναν με σκάλα μέσα και το καθάριζαν.

Ήταν ωραίος άνθρωπος με χιούμορ. Αν κάποιο βράδυ δεν μπορούσε να καθίσει μέχρι αργά γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθεί ενωρίς για δουλειές, δεν το έκλεινε το μαγαζί. Άφηνε το κλειδί στους πελάτες, τους έλεγε που να το κρύψουν όταν φύγουν κι έλεγε χαριτολογώντας. «Στο ταμείο υπάρχουν 5.000 δραχμές. Εάν δεν τα βρω αύριο, θα είσαστε υπεύθυνοι».

Δραχμές υπήρχαν τότε και το ταμείο ήταν ένα μικρό συρταράκι στον ξύλινο πάγκο με τα ποτήρια και τα μισόκιλα. Στο ταμείο δεν υπήρχαν χιλιάδες, παρά μόνο κάτι ...ψιλά.

 
               Πρώτος από δεξιά (στη φωτογραφία) ο Βασιλάκης με το μαύρο σακάκι.

Άλλες φορές πάλι όταν έπαιρνε τα λεφτά για το κέρασμα έλεγε: «Ρέστα δεν έχει. Τόσα έξοδα έχουμε εδώ πέρα. Φώτα, ταμπέλες, θέρμανση»!!!. 

Η θέρμανση – είπαμε – ήταν μια ξυλόσομπα κι όσο για τα ..φώτα, τότε είχαμε εκείνες τις λάμπες που κρέμονταν από το ταβάνι με το καθαρό – άσπρο – πετρέλαιο και το αμίαντο. «Λουξ»  τις λέγανε και δούλευαν με την πίεση του πετρελαίου.

 

 Το κρασί βοηθούσε στο να ενωθεί η μια ψυχή με την άλλη.
Ύστερα από λίγο γίνονταν όλοι μια παρέα, συνταξιδιώτες στο ίδιο βαγόνι με τον ίδιο προορισμό.
Το κέρασμα δεν ερχόταν χωριστά σε κάθε παρέα, αλλά ''μια στα όλα''.
Κάπου-κάπου έπιαναν κανένα «άσμα», προσπαθώντας να ξεχάσουν την κούραση της ημέρας, να νικήσουν τον ανθρώπινο πόνο, να ξεχάσουν τη φτώχεια τους. Το μόνο κοινό που είχαν, ήταν η φτώχεια.
Ο Ηλίας, ο Γιώργης, ο Λεωνίδας, ο κυρ Ηλίας, ο Χρίστος, ο Χαρίλαος, ο Νίκος, ο Γιάννης, ο Βασίλης και τόσοι άλλοι πελάτες μόνιμοι και μη. Γερά ποτήρια!.
Πίνοντας ένα ποτηράκι κρασί, συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις.

 Όραση, με το χρώμα του κρασιού,
γεύση, γευόμενοι το κρασί,
όσφρηση, μυρίζοντάς το,
αφή, από το άγγιγμα του ποτηριού και
ακοή, από το τσούγκρισμα των ποτηριών.

Όταν ο κυρ-Ηλίας ερχόταν στο τσακίρ κέφι, έβαζε την παλάμη στο μάγουλό του, έκλεινε τα μάτια και άρχιζε με την ωραία του φωνή να λέει  παραπονιάρικα τραγούδια.  Τότε όλοι οι πελάτες σταματούσαν την κουβέντα και σιγοτραγουδούσαν μαζί του η επαναλάμβαναν τα λόγια του.

Και μες του κεφιού την τρέλα τη μεγάλη μες στο μεθύσι και μες στη ζάλη, επιτυγχάνονταν κάποιες «κοινωνικές» συμφωνίες για συμπεθεριά και κουμπαριά.
Κάποιοι τους λέγανε μπεκρήδες. Οι μπεκρήδες δεν είναι κακοί άνθρωποι, πονεμένοι και κουρασμένοι ήτανε.  

Μέχρι και αγώνες δρόμου σκάρωναν πάνω στο κέφι τους. Από την ταβέρνα μέχρι το σχολείο. Έβαζαν κάποιο χρηματικό ποσό για τον νικητή ο οποίος έπρεπε να το ξοδέψει πάλι στην ταβέρνα σε κρασί.

Κάποια άλλη φορά σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν το χώρο κάτω από το μπαλκόνι, για μποστάνι. Φύτεψαν ντομάτες, αγγουράκια, κρεμμυδάκια κι άλλα λαχανικά να συνοδεύουν το κρασί τους να μην το πίνουν ξεροσφύρι. 
 Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα παρατήρησαν ότι τα λαχανικά είχαν μια «γνωστή» άσχημη μυρωδιά.
Δεδομένου ότι στην ταβέρνα δεν υπήρχε τουαλέτα, πολλοί χρησιμοποιούσαν το μπαλκόνι κάτω από το οποίο υπήρχαν τα ζαρζαβατικά……

Η πόρτα και τα δυο παράθυρα της ταβέρνας ήταν προς τη μεριά του δρόμου κι όσοι περνούσαν απ' έξω, δεν ''περνούσαν απαρατήρητοι'' από τους μέσα.

Όχι οτι γινόταν κουτσομπολιό. Προς Θεού. Απλά ένα κοινωνικό σχόλιο έκαναν οι άνθρωποι!
Πως περπατάει, τι φοράει, αν είναι καλός άνθρωπος και κάτι τέτοια.

 Τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν.

Μια μέρα περνούσα απ' έξω (νιόπαντρος) και άκουσα κάποιον από μέσα να λέει: 

«Κομμένο τον βλέπω τον γαμπρό».

«Γαμπρός είναι - του απαντά ένας άλλος - πως θέλεις νάναι, τι σε πειράζει εσένα ζηλεύεις;»

Για την εν λόγω ταβέρνα, μας μιλά με έναν διαφορετικό τρόπο – ζωγραφιστά – ο εκλεκτός καλλιτέχνης - ζωγράφος - συχωριανός μας κ. Γεώργιος Γιαννακάκης, ο οποίος αναφέρεται στην ταβέρνα σε ένα από τα έργα του, με την δική του ματιά-πινελιά.


 

Η ταβέρνα του Βασιλάκη με την ματιά –πινελιά του Γιώργου Γιαννακάκη.

 

Πριν κλείσω αυτό το αφιέρωμα, θέλω να τιμήσω-υμνήσω τις ταβέρνες του χωριού μας και τους θαμώνες τους, όχι με κάποιο τραγούδι από τα τόσα ωραία που έχουν γραφτεί, αλλά με έναν ύμνο. Τον ύμνο του μπεκρή. Δεν τραγουδιέται. Ψάλλεται. Είναι προσόμοιον του Καθίσματος «Τον Τάφον Σου Σωτήρ» σε ήχο πρώτο.

 

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΚΡΗ

 

Στον τάφο σου, μπεκρή, αναβλύζει κρασάκι.

Δεν έπινες ποτέ στην ζωή σου νεράκι,

παρά ρετσίνα άδολη με κούπα κατοστάρικη.

Σε γεραίρουσι των βαρελίων οι πίροι,

για σένα έγινε το μεγάλο ποτήρι.

Αρχιμπεκρούλιακα!

Ω Βάκχε, τα φυτά και τα φύλλα των δέντρων

ημών των μεθυστών των πινόντων

μετάβαλον εις κλήματα, τους ακάνθας εις ρύακας,

δια να πίνωμεν κι εμείς δια να ευφρανθώμεν.

Το μόνον φάρμακον που θεραπεύει τας νόσους,

Ώ Βάκχε παμμακάριστε!

Στον τάφο του μπεκρή αναβλύζει κρασάκι ,

ποτέ δεν είχε πιεί στη ζωή του νεράκι,

όταν ζούσε δε έλεγε, Μεγαλοδύναμε, κέλευσον,

η μεν θάλασσα είθε να γίνει κρασάκι,

να το πίνουμε με γλύκα και με μεράκι.

Αυτό με διέλυσε!!!

 

Ο ύμνος του μπεκρή, είναι μια ευγενική παραχώρηση του καθηγητού Βυζαντινής μουσικής της Θεολογικής σχολής Βοστώνης  «ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ»  Πατρός Ρωμανού Καράνου, στον μαθητή του Σωκράτη Ιατρού.

Ευχαριστώ και τους δύο.




 

Saturday, February 2, 2019

TO ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ SYPER BOWL


 



Το Αμερικανικό φούτμπολ αν και δεν είναι διαδεδομένο σε παγκόσμιο επίπεδο, στην Αμερική όμως στην «πατρίδα» του επαγγελματικού αθλητισμού, το συγκεκριμένο άθλημα αποτελεί λατρεία και το σούπερ μπόουλ (ο τελικός δηλαδή)  παίρνει διαστάσεις Εθνικής γιορτής. Είναι ένα καθαρά Αμερικάνικο άθλημα. Είναι το δικό τους σπορ και οι Αμερικανοί το τιμούν και το απολαμβάνουν.
Άνθρωποι που δεν παρακολουθούν αθλητικά δρόμενα, άνθρωποι που ούτε καν ξέρουν ποιες ομάδες παίζουν, θα καθίσουν εκείνη την ημέρα στις πολυθρόνες τους να παρακολουθήσουν τις καινούργιες διαφημίσεις που πρωτοεμφανίζονται κατά την διάρκεια του παιχνιδιού και το φημισμένο σόου στο ημίχρονο. 

Ασχολούνται οι πάντες. Μικροί μεγάλοι, νέοι γέροι, γυναίκες και άντρες.
Οι τελικοί του super Bowl (εννέα στους δέκα) έχουν την μεγαλύτερη τηλεθέαση στην Αμερική.  Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούν τον αγώνα που μετατρέπει τους  δρόμους σε ένα έρημο τοπίο. Θυμίζει την Αθήνα του 70 τότε που παιζόταν στην τηλεόραση το έργο του Φώσκολου «ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ» κει ερήμωνε η πρωτεύουσα.

Περίπου οι μισοί Αμερικανοί παρακολουθούν το παιχνίδι (πάνω από 100 εκατομμύρια) και  άλλα πολλά εκατομμύρια σε ολόκληρη τη γη. Ίσως να φτάσει το ένα δισεκατομμύριο. Αυτός ο τελικός, δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλον τελικό, ούτε με αυτόν του Champions league.
Η Κυριακή του super Bowl, είναι η ημέρα με τη δεύτερη κατανάλωση φαγητού μετά την ημέρα των Ευχαριστιών στην Αμερική.

Καταναλώνονται πάνω από 1,33 δισεκατομμύρια φτερούγες κοτόπουλου, εκατομμύρια πίτσες, hot dogs, Buffalo wings (τα καυτερά) και ασφαλώς τα μαγαζιά με το delivery κάνουν χρυσές δουλειές. Επίσης 51,7 εκατομμύρια κιβώτια μπύρας η 325 εκατομμύρια γαλόνια και οι Αμερικανοί που αρέσκονται σε αριθμούς και στατιστικές, υπολόγισαν ότι η ποσότητα αυτή της μπύρας, αντιστοιχεί, πάνω από ένα γαλόνι σε κάθε Αμερικανό. Από ένα νεογέννητο, μέχρι τον πιο ηλικιωμένο. Κι επειδή τα νεογέννητα, τα μικρά παιδιά, πολλές γυναίκες και πολλοί ηλικιωμένοι δεν πίνουν, φανταστείτε τι ποτό «ρίχνουν» αυτοί που πίνουν.
Η τηλεοπτική διαφήμιση κοστίζει πάνω από 5 εκατ. δολ. για 30 δευτερόλεπτα και ο διαφημιστικός χρόνος έχει πουληθεί εδώ και μήνες.

Τα στοιχήματα νόμιμα και μη δίνουν και παίρνουν.

Στοιχηματίζουν σε ότι μπορεί να φανταστεί ο νους. Από το τι χρώμα θα είναι οι φόρμες των προπονητών, ποια ομάδα θα σκοράρει πρώτη, ποιος παίχτης θα σκοράρει, σε ποιο σημείο του αγώνα θα σκοράρει, για το αποτέλεσμα του παιχνιδιού, ποια θα είναι τα νούμερα του τελικού σκορ αν είναι μονός η διπλός αριθμός, τι χρώμα θα είναι το υγρό που ρίχνουν στον προπονητή της νικήτριας ομάδας, ακόμα για το στρίψιμο του νομίσματος, αν είναι κορώνα η γράμματα. 

Θεωρείται ένα από τα πολυτιμότερα brand στον κόσμο της αθλητικής βιομηχανίας με ετήσιο τζίρο εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.

Τα τελευταία 6 χρόνια την ψυχαγωγία στο ημίχρονο του αγώνα έχει αναλάβει η  pepsi. Για να έχει αυτό το προνόμιο, καταβάλει στην διοργανώτρια αρχή το ποσό των 7 εκατ. δολ. το χρόνο.

Οι αριθμοί μιλάνε μόνο για εκατομμύρια. Ας μην μπλέξουμε με τα ποσά που παίρνουν οι παίχτες, οι προπονητές, οι MVP (οι πιο χρήσιμοι παίχτες) γιατί θα στενοχωρηθούμε πολύ.

Φέτος στο τελικό θα παίξουν η ομάδα της Βοστώνης με το Ελληνικό όνομα Πατριώτες (Patriots) για ενδέκατη φορά, περισσότερες από κάθε άλλη ομάδα και η ομάδα του Los Angeles Rams.
 
 
 
                         
         

Οι Πατριώτες της Βοστώνης έχουν παίξει σε 10 τελικούς (ο σημερινός είναι ο 11ος) και έχουν κερδίσει 5 τίτλους. Η ομάδα steelers (ατσάλινοι) από το Πίτσμπουργκ έχει παίξει 8 φορές σε τελικό κι έχει κερδίσει 6 τίτλους. Αν κερδίσουν οι Πατριώτες σήμερα, ισοφαρίζουν τους τίτλους του Πίτσμπουργκ.

Αξιοσημείωτο είναι ένα  γεγονός από τον τελικό του 2017 όπου οι Πατριώτες αγωνίζονταν με την ομάδα Falcons από την Ατλάντα. Στο μεγαλύτερο διάστημα του αγώνα, οι Πατριώτες έχαναν με σκορ 28-3. Όλα έδειχναν ότι θα είναι οι χαμένοι του τελικού. Στον πάγκο της ομάδας όλοι ήταν σκυθρωποί και κατσουφιασμένοι.  

Στο αντίπαλο στρατόπεδο επικρατούσε ευφορία και ήταν σίγουροι για το αποτέλεσμα και την νίκη της ομάδας τους.

Οι Πατριώτες κατά το τέλος του αγώνα, έκαναν μια εξαιρετική εμφάνιση, ένα γύρισμα (epic comeback) το ονόμασαν τα Αμερικανικά ΜΜΕ. Πέτυχαν 25 πόντους  ισοφαρίζοντας το σκορ 28-28, έφεραν το παιχνίδι στην παράταση, πέτυχαν άλλους 6 πόντους και νίκησαν 34-28.
Τώρα πως βγαίνουν αυτοί οι αριθμοί, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε με δυο λόγια. Πρέπει κάποιος να ασχοληθεί με το άθλημα, να καταλάβει τους κανόνες και τους κανονισμούς του παιξίματος. Σκεφτείτε σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου μια ομάδα να χάνει με 8-0 και στα τελευταία 15 λεπτά να νικήσει.

Αυτή ο μεγάλη ομάδα οι Πατριώτες πριν μερικά χρόνια, κατόρθωσε κάτι που μόνο μια μεγάλη ομάδα θα μπορούσε να πετύχει. Αρνητικό αυτή τη φορά. Ενώ είχε νικήσει όλα τα παιχνίδια στην κανονική περίοδο, νίκησε και αυτά των play offs, ένα σερί δηλαδή 18 νικών, έφτασε στον τελικό αήττητη και κι όλα έδειχναν ότι θα είναι ένας περίπατος η κατάκτηση του τίτλου, προς μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση όλων, έχασε από μια ομάδα πολύ κατώτερή της.

Επαληθεύτηκε το ρητό: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε».

Ευχόμαστε να γίνει ένα καλό παιχνίδι με μεγάλες συγκινήσεις αντάξιο του ονόματός του κι ας νικήσει ο καλύτερος.

Εμείς βέβαια μέσα μας ευχόμαστε να νικήσουν οι  Πατριώτες της Βοστώνης!!!.
 
Ο αγώνας θα γίνει στο όμορφο Atlanta Mercedes-Benz Stadium στην Ατλάντα.