Saturday, March 2, 2019

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΠΛΗΓΩΝΟΥΝ


 

 

 

                                           «ΤΑΒΕΡΝΑ Ο ΜΕΘΥΣΤΑΚΑΣ»

 
Κοιτάω και ξανά κοιτάω τούτα τα χαλάσματα, αυτό το ερειπωμένο σπίτι φάντασμα που αντιστέκεται πληγωμένο από το χρόνο που το βαραίνει λες και θέλει να ξυπνήσει μνήμες από ένα αλλοτινό και ένδοξο παρελθόν και μιλάει με τον δικό του τρόπο για τα περασμένα μεγαλεία.

Λες και κρατάει για να εμποδίσει τη λησμονιά να το κατακτήσει, λες και θέλει να δραπετεύσει από το παρελθόν του!

Περνούσα απ' έξω και νόμιζα οτι άκουγα τις φωνές των ανθρώπων που βρίσκονταν μέσα. Άνθρωποι που το σημάδεψαν με την παρουσία τους. Και δεν ήταν άλλοι παρά οι Πατεράδες μας, τα μεγαλύτερα αδέλφια μας, οι φίλοι μας, τα ξαδέλφια μας.

Πρόκειται ασφαλώς για την ταβέρνα του συχωριανού μας κ. Βασιλείου Μουστάκη, του «Βασιλάκη» όπως τον ξέρουμε όλοι.

Και ποιος δεν την θυμάται αυτή την ταβέρνα και ποιος δεν θυμάται τον Βασιλάκη!!  

 Χωρίς καμία πολυτέλεια!. Τσιμεντένιο πάτωμα, μια ξυλόσομπα στη μέση, ψάθινες καρέκλες, ξύλινοι πάγκοι κι όταν «είχε κίνηση» το μαγαζί, οι πελάτες κάθονταν σε κασέλες, σε ξύλινα κιβώτια κι ότι άλλο βρισκόταν πρόχειρο. Λίγα αχρωμάτιστα τραπεζάκια, τσιμεντένια πεζούλια κι ένα μικρό μπαλκονάκι με κληματαριές που λειτουργούσε μόνο το καλοκαίρι.

Αυτό το μπαλκονάκι το χρησιμοποιούσε για κουρείο ο Σ.Β. (ο κουρέας του χωριού).

Aυτή η ταβέρνα είχε κάτι το διαφορετικό. Δεν έμοιαζε με τα άλλα μαγαζιά του χωριού στα οποία μπορούσες να συνοδέψεις το κρασάκι σου με κάποιο μεζεδάκι, μια κονσέρβα, δυο ελιές, λίγο σαλάμι. Πουλούσε κρασί και μόνο κρασί. Ξεροσφύρι μ’ άλλα λόγια!.

Πολλές φορές όμως οι πελάτες αγόραζαν κάποια κονσέρβα από τα μπακάλικα να συνοδέψουν το κρασάκι τους. Άλλες φορές πάλι όταν κάποιος πλανόδιος ψαράς περνούσε από το χωριό, η ταβέρνα του Βασιλάκη γέμιζε τσίκνα από το τηγάνι.

Για να καταλάβουμε ακριβώς το ρόλο της ταβέρνας (στη ζωή μας), πρέπει να την συγκρίνουμε με έναν άλλο (συγγενή προς αυτήν) χώρο, το καφενείο.

 Το καφενείο είναι ένας χώρος που όλα κινούνται συνειδητά. Στο καφενείο μαθαίνονται τα νέα από τα πιο σημαντικά,  έως τα πιο ασήμαντα.  Γίνονται συζητήσεις για την πολιτική κατάσταση, αναπτύσσονται κομματικές έριδες, δημιουργούνται μικρές «βουλές», ανάβουν τα αίματα και ο ένας προσπαθεί να πείσει τον άλλον. Ακόμα κι όταν έπαιζαν τάβλι η κάποιο χαρτοπαίγνιο γινόταν σύγκρουση.

Η ταβέρνα είναι χώρος επικοινωνίας, κεφιού, διασκέδασης, γέλιου, καλαμπουριού, ξεδόματος.

Χώρος λησμονιάς  - βοηθούσης και της οινοποσίας - φευγιού από τα ντέρτια και τους καημούς της ζωής.

 Ήταν ένας χώρος όπου οι νέοι του χωριού έπαιρναν το βάπτισμα του πυρός, έβρισκαν το.…. αντριλίκι τους.

Ο Βασιλάκης ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος, γελαστός και το πρώτο κέρασμα ήταν πάντα δικό του.

Σε όλα τα τραπέζια είχε και το δικό του ποτηράκι.

Τα βαρέλια με τα κρασιά, ήταν στο υπόγειο και κάθε φορά ο Βασιλάκης κατέβαινε μια στενή τσιμεντένια σκάλα με αρκετά σκαλιά. Θα μπορούσε βέβαια να γεμίσει ένα μεγάλο δοχείο μια νταμιτζάνα π.χ. να την έχει πάνω στο μαγαζί και να αποφεύγει να ανεβοκατεβαίνει τη στενή και επικίνδυνη σκάλα, κάθε λίγο και λιγάκι.

Ο Βασιλάκης όμως είχε τη δική του φιλοσοφία. «Το κρασί -έλεγε- όταν βγει από τη μάννα του (το βαρέλι δηλαδή), πρέπει να καταναλωθεί κι όχι να μένει στα παγούρια και στα μπουκάλια».

Αυτό βέβαια είχε την εξήγησή του. Τα βαρέλια έπρεπε να είναι σε μέρος με σταθερή θερμοκρασία όλο τον χρόνο και τα υπόγεια ήταν ο καταλληλότερος χώρος.

Εκεί κάτω στο υπόγειο υπήρχε ένα τεράστιο βαρέλι το οποίο ζεύτηκε  (κατασκευάστηκε) μέσα στο δωμάτιο. Ήταν σχεδόν στο μέγεθος του δωματίου. Όταν ήταν καιρός να γεμίσει με καινούργιο κρασί και έπρεπε να πλυθεί, κατεβαίναν με σκάλα μέσα και το καθάριζαν.

Ήταν ωραίος άνθρωπος με χιούμορ. Αν κάποιο βράδυ δεν μπορούσε να καθίσει μέχρι αργά γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθεί ενωρίς για δουλειές, δεν το έκλεινε το μαγαζί. Άφηνε το κλειδί στους πελάτες, τους έλεγε που να το κρύψουν όταν φύγουν κι έλεγε χαριτολογώντας. «Στο ταμείο υπάρχουν 5.000 δραχμές. Εάν δεν τα βρω αύριο, θα είσαστε υπεύθυνοι».

Δραχμές υπήρχαν τότε και το ταμείο ήταν ένα μικρό συρταράκι στον ξύλινο πάγκο με τα ποτήρια και τα μισόκιλα. Στο ταμείο δεν υπήρχαν χιλιάδες, παρά μόνο κάτι ...ψιλά.

 
               Πρώτος από δεξιά (στη φωτογραφία) ο Βασιλάκης με το μαύρο σακάκι.

Άλλες φορές πάλι όταν έπαιρνε τα λεφτά για το κέρασμα έλεγε: «Ρέστα δεν έχει. Τόσα έξοδα έχουμε εδώ πέρα. Φώτα, ταμπέλες, θέρμανση»!!!. 

Η θέρμανση – είπαμε – ήταν μια ξυλόσομπα κι όσο για τα ..φώτα, τότε είχαμε εκείνες τις λάμπες που κρέμονταν από το ταβάνι με το καθαρό – άσπρο – πετρέλαιο και το αμίαντο. «Λουξ»  τις λέγανε και δούλευαν με την πίεση του πετρελαίου.

 

 Το κρασί βοηθούσε στο να ενωθεί η μια ψυχή με την άλλη.
Ύστερα από λίγο γίνονταν όλοι μια παρέα, συνταξιδιώτες στο ίδιο βαγόνι με τον ίδιο προορισμό.
Το κέρασμα δεν ερχόταν χωριστά σε κάθε παρέα, αλλά ''μια στα όλα''.
Κάπου-κάπου έπιαναν κανένα «άσμα», προσπαθώντας να ξεχάσουν την κούραση της ημέρας, να νικήσουν τον ανθρώπινο πόνο, να ξεχάσουν τη φτώχεια τους. Το μόνο κοινό που είχαν, ήταν η φτώχεια.
Ο Ηλίας, ο Γιώργης, ο Λεωνίδας, ο κυρ Ηλίας, ο Χρίστος, ο Χαρίλαος, ο Νίκος, ο Γιάννης, ο Βασίλης και τόσοι άλλοι πελάτες μόνιμοι και μη. Γερά ποτήρια!.
Πίνοντας ένα ποτηράκι κρασί, συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις.

 Όραση, με το χρώμα του κρασιού,
γεύση, γευόμενοι το κρασί,
όσφρηση, μυρίζοντάς το,
αφή, από το άγγιγμα του ποτηριού και
ακοή, από το τσούγκρισμα των ποτηριών.

Όταν ο κυρ-Ηλίας ερχόταν στο τσακίρ κέφι, έβαζε την παλάμη στο μάγουλό του, έκλεινε τα μάτια και άρχιζε με την ωραία του φωνή να λέει  παραπονιάρικα τραγούδια.  Τότε όλοι οι πελάτες σταματούσαν την κουβέντα και σιγοτραγουδούσαν μαζί του η επαναλάμβαναν τα λόγια του.

Και μες του κεφιού την τρέλα τη μεγάλη μες στο μεθύσι και μες στη ζάλη, επιτυγχάνονταν κάποιες «κοινωνικές» συμφωνίες για συμπεθεριά και κουμπαριά.
Κάποιοι τους λέγανε μπεκρήδες. Οι μπεκρήδες δεν είναι κακοί άνθρωποι, πονεμένοι και κουρασμένοι ήτανε.  

Μέχρι και αγώνες δρόμου σκάρωναν πάνω στο κέφι τους. Από την ταβέρνα μέχρι το σχολείο. Έβαζαν κάποιο χρηματικό ποσό για τον νικητή ο οποίος έπρεπε να το ξοδέψει πάλι στην ταβέρνα σε κρασί.

Κάποια άλλη φορά σκέφτηκαν να χρησιμοποιήσουν το χώρο κάτω από το μπαλκόνι, για μποστάνι. Φύτεψαν ντομάτες, αγγουράκια, κρεμμυδάκια κι άλλα λαχανικά να συνοδεύουν το κρασί τους να μην το πίνουν ξεροσφύρι. 
 Όλα πήγαιναν καλά ώσπου μια μέρα παρατήρησαν ότι τα λαχανικά είχαν μια «γνωστή» άσχημη μυρωδιά.
Δεδομένου ότι στην ταβέρνα δεν υπήρχε τουαλέτα, πολλοί χρησιμοποιούσαν το μπαλκόνι κάτω από το οποίο υπήρχαν τα ζαρζαβατικά……

Η πόρτα και τα δυο παράθυρα της ταβέρνας ήταν προς τη μεριά του δρόμου κι όσοι περνούσαν απ' έξω, δεν ''περνούσαν απαρατήρητοι'' από τους μέσα.

Όχι οτι γινόταν κουτσομπολιό. Προς Θεού. Απλά ένα κοινωνικό σχόλιο έκαναν οι άνθρωποι!
Πως περπατάει, τι φοράει, αν είναι καλός άνθρωπος και κάτι τέτοια.

 Τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν.

Μια μέρα περνούσα απ' έξω (νιόπαντρος) και άκουσα κάποιον από μέσα να λέει: 

«Κομμένο τον βλέπω τον γαμπρό».

«Γαμπρός είναι - του απαντά ένας άλλος - πως θέλεις νάναι, τι σε πειράζει εσένα ζηλεύεις;»

Για την εν λόγω ταβέρνα, μας μιλά με έναν διαφορετικό τρόπο – ζωγραφιστά – ο εκλεκτός καλλιτέχνης - ζωγράφος - συχωριανός μας κ. Γεώργιος Γιαννακάκης, ο οποίος αναφέρεται στην ταβέρνα σε ένα από τα έργα του, με την δική του ματιά-πινελιά.


 

Η ταβέρνα του Βασιλάκη με την ματιά –πινελιά του Γιώργου Γιαννακάκη.

 

Πριν κλείσω αυτό το αφιέρωμα, θέλω να τιμήσω-υμνήσω τις ταβέρνες του χωριού μας και τους θαμώνες τους, όχι με κάποιο τραγούδι από τα τόσα ωραία που έχουν γραφτεί, αλλά με έναν ύμνο. Τον ύμνο του μπεκρή. Δεν τραγουδιέται. Ψάλλεται. Είναι προσόμοιον του Καθίσματος «Τον Τάφον Σου Σωτήρ» σε ήχο πρώτο.

 

Ο ΥΜΝΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΚΡΗ

 

Στον τάφο σου, μπεκρή, αναβλύζει κρασάκι.

Δεν έπινες ποτέ στην ζωή σου νεράκι,

παρά ρετσίνα άδολη με κούπα κατοστάρικη.

Σε γεραίρουσι των βαρελίων οι πίροι,

για σένα έγινε το μεγάλο ποτήρι.

Αρχιμπεκρούλιακα!

Ω Βάκχε, τα φυτά και τα φύλλα των δέντρων

ημών των μεθυστών των πινόντων

μετάβαλον εις κλήματα, τους ακάνθας εις ρύακας,

δια να πίνωμεν κι εμείς δια να ευφρανθώμεν.

Το μόνον φάρμακον που θεραπεύει τας νόσους,

Ώ Βάκχε παμμακάριστε!

Στον τάφο του μπεκρή αναβλύζει κρασάκι ,

ποτέ δεν είχε πιεί στη ζωή του νεράκι,

όταν ζούσε δε έλεγε, Μεγαλοδύναμε, κέλευσον,

η μεν θάλασσα είθε να γίνει κρασάκι,

να το πίνουμε με γλύκα και με μεράκι.

Αυτό με διέλυσε!!!

 

Ο ύμνος του μπεκρή, είναι μια ευγενική παραχώρηση του καθηγητού Βυζαντινής μουσικής της Θεολογικής σχολής Βοστώνης  «ΤΙΜΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ»  Πατρός Ρωμανού Καράνου, στον μαθητή του Σωκράτη Ιατρού.

Ευχαριστώ και τους δύο.




 

Saturday, February 2, 2019

TO ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ SYPER BOWL


 



Το Αμερικανικό φούτμπολ αν και δεν είναι διαδεδομένο σε παγκόσμιο επίπεδο, στην Αμερική όμως στην «πατρίδα» του επαγγελματικού αθλητισμού, το συγκεκριμένο άθλημα αποτελεί λατρεία και το σούπερ μπόουλ (ο τελικός δηλαδή)  παίρνει διαστάσεις Εθνικής γιορτής. Είναι ένα καθαρά Αμερικάνικο άθλημα. Είναι το δικό τους σπορ και οι Αμερικανοί το τιμούν και το απολαμβάνουν.
Άνθρωποι που δεν παρακολουθούν αθλητικά δρόμενα, άνθρωποι που ούτε καν ξέρουν ποιες ομάδες παίζουν, θα καθίσουν εκείνη την ημέρα στις πολυθρόνες τους να παρακολουθήσουν τις καινούργιες διαφημίσεις που πρωτοεμφανίζονται κατά την διάρκεια του παιχνιδιού και το φημισμένο σόου στο ημίχρονο. 

Ασχολούνται οι πάντες. Μικροί μεγάλοι, νέοι γέροι, γυναίκες και άντρες.
Οι τελικοί του super Bowl (εννέα στους δέκα) έχουν την μεγαλύτερη τηλεθέαση στην Αμερική.  Με κομμένη την ανάσα παρακολουθούν τον αγώνα που μετατρέπει τους  δρόμους σε ένα έρημο τοπίο. Θυμίζει την Αθήνα του 70 τότε που παιζόταν στην τηλεόραση το έργο του Φώσκολου «ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ» κει ερήμωνε η πρωτεύουσα.

Περίπου οι μισοί Αμερικανοί παρακολουθούν το παιχνίδι (πάνω από 100 εκατομμύρια) και  άλλα πολλά εκατομμύρια σε ολόκληρη τη γη. Ίσως να φτάσει το ένα δισεκατομμύριο. Αυτός ο τελικός, δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλον τελικό, ούτε με αυτόν του Champions league.
Η Κυριακή του super Bowl, είναι η ημέρα με τη δεύτερη κατανάλωση φαγητού μετά την ημέρα των Ευχαριστιών στην Αμερική.

Καταναλώνονται πάνω από 1,33 δισεκατομμύρια φτερούγες κοτόπουλου, εκατομμύρια πίτσες, hot dogs, Buffalo wings (τα καυτερά) και ασφαλώς τα μαγαζιά με το delivery κάνουν χρυσές δουλειές. Επίσης 51,7 εκατομμύρια κιβώτια μπύρας η 325 εκατομμύρια γαλόνια και οι Αμερικανοί που αρέσκονται σε αριθμούς και στατιστικές, υπολόγισαν ότι η ποσότητα αυτή της μπύρας, αντιστοιχεί, πάνω από ένα γαλόνι σε κάθε Αμερικανό. Από ένα νεογέννητο, μέχρι τον πιο ηλικιωμένο. Κι επειδή τα νεογέννητα, τα μικρά παιδιά, πολλές γυναίκες και πολλοί ηλικιωμένοι δεν πίνουν, φανταστείτε τι ποτό «ρίχνουν» αυτοί που πίνουν.
Η τηλεοπτική διαφήμιση κοστίζει πάνω από 5 εκατ. δολ. για 30 δευτερόλεπτα και ο διαφημιστικός χρόνος έχει πουληθεί εδώ και μήνες.

Τα στοιχήματα νόμιμα και μη δίνουν και παίρνουν.

Στοιχηματίζουν σε ότι μπορεί να φανταστεί ο νους. Από το τι χρώμα θα είναι οι φόρμες των προπονητών, ποια ομάδα θα σκοράρει πρώτη, ποιος παίχτης θα σκοράρει, σε ποιο σημείο του αγώνα θα σκοράρει, για το αποτέλεσμα του παιχνιδιού, ποια θα είναι τα νούμερα του τελικού σκορ αν είναι μονός η διπλός αριθμός, τι χρώμα θα είναι το υγρό που ρίχνουν στον προπονητή της νικήτριας ομάδας, ακόμα για το στρίψιμο του νομίσματος, αν είναι κορώνα η γράμματα. 

Θεωρείται ένα από τα πολυτιμότερα brand στον κόσμο της αθλητικής βιομηχανίας με ετήσιο τζίρο εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.

Τα τελευταία 6 χρόνια την ψυχαγωγία στο ημίχρονο του αγώνα έχει αναλάβει η  pepsi. Για να έχει αυτό το προνόμιο, καταβάλει στην διοργανώτρια αρχή το ποσό των 7 εκατ. δολ. το χρόνο.

Οι αριθμοί μιλάνε μόνο για εκατομμύρια. Ας μην μπλέξουμε με τα ποσά που παίρνουν οι παίχτες, οι προπονητές, οι MVP (οι πιο χρήσιμοι παίχτες) γιατί θα στενοχωρηθούμε πολύ.

Φέτος στο τελικό θα παίξουν η ομάδα της Βοστώνης με το Ελληνικό όνομα Πατριώτες (Patriots) για ενδέκατη φορά, περισσότερες από κάθε άλλη ομάδα και η ομάδα του Los Angeles Rams.
 
 
 
                         
         

Οι Πατριώτες της Βοστώνης έχουν παίξει σε 10 τελικούς (ο σημερινός είναι ο 11ος) και έχουν κερδίσει 5 τίτλους. Η ομάδα steelers (ατσάλινοι) από το Πίτσμπουργκ έχει παίξει 8 φορές σε τελικό κι έχει κερδίσει 6 τίτλους. Αν κερδίσουν οι Πατριώτες σήμερα, ισοφαρίζουν τους τίτλους του Πίτσμπουργκ.

Αξιοσημείωτο είναι ένα  γεγονός από τον τελικό του 2017 όπου οι Πατριώτες αγωνίζονταν με την ομάδα Falcons από την Ατλάντα. Στο μεγαλύτερο διάστημα του αγώνα, οι Πατριώτες έχαναν με σκορ 28-3. Όλα έδειχναν ότι θα είναι οι χαμένοι του τελικού. Στον πάγκο της ομάδας όλοι ήταν σκυθρωποί και κατσουφιασμένοι.  

Στο αντίπαλο στρατόπεδο επικρατούσε ευφορία και ήταν σίγουροι για το αποτέλεσμα και την νίκη της ομάδας τους.

Οι Πατριώτες κατά το τέλος του αγώνα, έκαναν μια εξαιρετική εμφάνιση, ένα γύρισμα (epic comeback) το ονόμασαν τα Αμερικανικά ΜΜΕ. Πέτυχαν 25 πόντους  ισοφαρίζοντας το σκορ 28-28, έφεραν το παιχνίδι στην παράταση, πέτυχαν άλλους 6 πόντους και νίκησαν 34-28.
Τώρα πως βγαίνουν αυτοί οι αριθμοί, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε με δυο λόγια. Πρέπει κάποιος να ασχοληθεί με το άθλημα, να καταλάβει τους κανόνες και τους κανονισμούς του παιξίματος. Σκεφτείτε σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου μια ομάδα να χάνει με 8-0 και στα τελευταία 15 λεπτά να νικήσει.

Αυτή ο μεγάλη ομάδα οι Πατριώτες πριν μερικά χρόνια, κατόρθωσε κάτι που μόνο μια μεγάλη ομάδα θα μπορούσε να πετύχει. Αρνητικό αυτή τη φορά. Ενώ είχε νικήσει όλα τα παιχνίδια στην κανονική περίοδο, νίκησε και αυτά των play offs, ένα σερί δηλαδή 18 νικών, έφτασε στον τελικό αήττητη και κι όλα έδειχναν ότι θα είναι ένας περίπατος η κατάκτηση του τίτλου, προς μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση όλων, έχασε από μια ομάδα πολύ κατώτερή της.

Επαληθεύτηκε το ρητό: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε».

Ευχόμαστε να γίνει ένα καλό παιχνίδι με μεγάλες συγκινήσεις αντάξιο του ονόματός του κι ας νικήσει ο καλύτερος.

Εμείς βέβαια μέσα μας ευχόμαστε να νικήσουν οι  Πατριώτες της Βοστώνης!!!.
 
Ο αγώνας θα γίνει στο όμορφο Atlanta Mercedes-Benz Stadium στην Ατλάντα.
 
 
 
 

Saturday, August 25, 2018

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΛΛΑΖΕΙ


Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό κάθε ανθρώπου σε όποιο σημείο της γης κι αν βρίσκεται, είναι ένας βαθύς συναισθηματικός δεσμός που  έχει για τον τόπο όπου γεννήθηκε, είδε το φως της ημέρας, τις πρώτες εικόνες του περιβάλλοντος, τις πρώτες εντυπώσεις από τη ζωή, πράγματα που χαράσσονται ανεξίτηλα στην αγνή ψυχή του που με τον καιρό ωριμάζουν και διαμορφώνουν τον χαρακτήρα του.
 
Επίσης  παίζει αποφασιστικό ρόλο στον συναισθηματικό και ψυχικό του κόσμο και εν γένει στο μέγιστον του κύκλου της ζωής του.  

Αλήθεια.... έχετε νιώσει ποτέ αυτή την αίσθηση που έχει κανείς όταν γυρίζει μετά από πολύ καιρό στο αγαπημένο του χωριό και στο πατρικό του σπίτι;
 

Την αίσθηση που σε κάνει να αγωνιάς και να τρέμεις από προσμονή, λαχτάρα και χαρά γιατί θα γυρίσεις επιτέλους σε κάτι που αγαπάς τόσο πολύ και που είναι κομμάτι του εαυτού σου και της ζωής σου;

Που επιτέλους θα δεις τους φίλους σου, τους γείτονες, τους συγγενείς, ανθρώπους που πίνατε το καφεδάκι μαζί, δουλεύατε μαζί, τους συμμαθητές που παίζατε, σκαρφαλώνατε στις μάντρες, κάνατε του κόσμου τις ζαβολιές;

Κάποιοι έχουν άσπρα μαλλιά, άλλοι καθόλου, άλλοι εγγόνια  και την σχετική κοιλίτσα που σημαίνει το..... προχωρημένον της ηλικίας.

Στο σπίτι σου, καθώς ανοίγεις την πόρτα για να μπεις μέσα, βλέπεις κομμάτια του παρελθόντος σου και τότε έρχονται οι μνήμες σε ντύνουν με τις παιδικές φορεσιές κι αρχίζουν έναν τρελό χορό... δεν θες και πολύ για να ορμήσεις στις αλάνες των παιδικών σου χρόνων.

Το πέτρινο σπίτι σου όπου άνοιξες τα μάτια σου στο φως της ζωής. Εδώ είναι η ρίζα σου, η φύτρα σου έζησαν οι γονιοί σου και οι προγόνοι σου.

Αυτό το σπίτι το έχτισαν με τον τίμιο ιδρώτα τους και άφησαν τα κόκαλά τους. Ίσως να μην υπάρχει κανένας από αυτούς, να έχουν ταξιδέψει το μακρύ και αγύριστο ταξίδι τους αλλά είναι πρόσωπα που δεν μπορείς και δεν πρέπει να λησμονήσεις.


 
Μια ξύλινη μισάντρα για διαμέρισμα, ένα μικρό παραθυράκι για κουφώματα και μια μονόφυλλη εξώπορτα με το ζεμπερέκι.

Εκεί στην γωνιά ήταν το τζάκι όπου τα βράδια δυο χέρια (της Μάνας)  γίνονταν κουβέρτα και σε έκλειναν στη ζεστή τους αγκαλιά.

 

Κάτω στην αυλή η μουριά με τον παχύ ίσκιο, o φούρνος όπου όταν η Μάννα φούρνιζε το ψωμί ζυμωμένο με το προζύμι από βραδύς, μοσχομύριζε όλη η γειτονιά


Η μικρή λαϊσιά (την θυμάστε) μια μικρή συρμάτινη πόρτα που χώριζε την αυλή από το κοτέτσι.
 
Το πλατύσκαλο που δεν πρόσεχες, σκόνταφτες  κι όλο μάτωνες τα γόνατά σου. Κάτι σκουριασμένοι πετρελαιοτενεκέδες που κάποτε η μαντζουράνα, οι βιολέτες και ο βασιλικός, ο πλατύφυλλος και δροσερός στόλιζαν το μπαλκόνι.

Κάθε γωνιά, κάθε σπιθαμή ένα μέρος της ζωής σου που αναδίδει άρωμα των αξέχαστων παιδικών σου χρόνων.

Μια σιδεροστιά στη γωνία, το χαρανί (καζάνι) και από πάνω η αλισίβα για την μπουγάδα.
 
Θυμάσαι όταν σε έλουζε η Μάνα τις φωνές που έβαζες γιατί έτσουζαν τα μάτια σου από το χωριάτικο σαπούνι.

Θαρρείς οτι είναι όλα όπως τα άφησες. Τα θυμάσαι όλα. Ακούς τις φωνές αυτών που περνούσαν στο δρόμο, νομίζεις οτι τους βλέπεις, τους ακούς να σε καλημερίζουν.

Με δυσκολία ανοίγεις την πόρτα στο κατώι και εκεί που προσπαθείς να καθαρίσεις τις αράχνες που γέμισαν το πρόσωπό σου, ένα βουητό, ένας θόρυβος σε ξαφνιάζει καθώς ένα μπουλούκι νυχτερίδες περνούν σαν σίφουνας από μπροστά σου και χάνονται στην μισάνοιχτη πόρτα.

Αυτό ήταν.  Νυχτερίδες και αράχνες!

Ήταν πολύ καλό για να είναι αληθινό!

Δεν άκουσες κανένα να σου λέει καλημέρα, δεν είδες κάποιον να περνάει στο δρόμο, τα παιδιά της γειτονιάς σου δεν σου φώναξαν να παίξετε γιατί δεν υπάρχουν παιδιά.

Το χωριό σου δεν είναι όπως το άφησες. Έχει ερημώσει. Κάποιοι υπερήλικες ανήμποροι και βουβοί κλεισμένοι στα σπίτια τους μετράνε σιωπηλά τις αναμνήσεις τους. 

Οι περισσότεροι έχουν φύγει. Οι νεότεροι τράβηξαν για άλλες πολιτείες, πήραν τον πικρό δρόμο της ξενιτιάς και οι γεροντότεροι τον δρόμο χωρίς γυρισμό.

Ρώτησα για φίλους και γνωστούς και μου είπαν τράβα ίσια, εκεί είναι όλοι θα τους βρεις κάτω απ' τα κυπαρίσσια.

 
 
 

 
Είναι οι άγγελοι της θύμησης τα αγαπημένα γεροντάκια που από την γειτονιά των αιθέρων υφαίνουν και μας στέλνουν με την αύρα αγάπη και χαμόγελο.

 

Βουβό το χωριό με κάποιο λάλημα πετεινού εδώ κι εκεί, με τα χαγιάτια του αδειανά, με τις φράχτες που άνθιζαν, με τους μαντρότοιχους που ρέβουν, βυθισμένο στη μοίρα του χωρίς παράπονο για οτι το βρήκε και έτοιμο για εκείνο που έχει ναρθεί.
 
 

 

Σιωπηλά χαλάσματα με βουβούς ψιθύρους αυτών των κάποτε ζωντανών σπιτιών που παρόλα τα χρόνια που τα βαραίνουν κρατάνε για να ξυπνάνε μνήμες από ένα αλλοτινό ένδοξο παρελθόν που η λησμονιά δεν φαίνεται να έχει τη δύναμη να τα κατακτήσει.


Μόνο η γνώριμη λαλιά της καμπάνας, ο ήχος που παραμένει δυναμικός, ο ήχος που σε καλούσε στη  χαρά και στη λύπη και αναδύει το γύρισμα του ανθρώπου προς κάτι το Ανώτερο έχει μείνει να αντιστέκεται και να ανανεώνει την ημερομηνία λήξης. Ένας ήχος που δεν μπορείς εύκολα να ξεπεράσεις γιατί συγκεντρώνει κοντά του αισθήσεις, ιδανικά και πιστεύω. 

 Και η εκκλησία. Εκεί που όταν σαράντισες σε πήγε η Μάνα σου για ευχές και άνοιξε η ψυχή σου γεμίζοντας φως και πίστη. Στην ίδια εκκλησία που (ίσως) πραγματοποίησες το όνειρό σου, τον κρυφό καημό σου και στεφανώθηκες, ακόμα εκεί έδωσες τον τελευταίο ασπασμό σε αγαπητά και λατρεμένα πρόσωπα.

Σημείωσις: Το χωριό για το οποίο γίνεται λόγος στο κείμενο, είναι ασφαλώς το δικό μου χωριό, ο Λογκανίκος.  Οι συλλογισμοί και τα συμπεράσματα είναι δικά μου.
Δεν ερήμωσαν όλα τα χωριά, λιγόστεψαν οι κάτοικοι, αλλά κάποιοι παραμένουν.

           Χαιρετώ εκείνους που έχουν μείνει, με  τα λόγια του Κώστα Κρυστάλλη:



Καλότυχοι μου χωριανοί
Ζηλεύω τη ζωή σας
Την όμορφή σας τη ζωή
Που χει περίσσιες χάρες.
 
 Του κάμπου τα’ άγρια πουλιά
Γυρνούν απ’ τη βοσκή τους
Μ’ αμέτρητους κελαηδισμούς
Μες στα κλαριά κουρνιάζουν.
 
 Τ  αηδόνι κρύβεται βαθιά
Στ’ αγκαθερά τα βάτα
Και την αγάπη τραγουδά
Με το γλυκό σκοπό του.
 
 Μα πιο πολύ το μαγικό
Ζηλεύω γυρισμό σας
Όταν η μέρα σώνεται
Και βασιλεύει ο ήλιος.