Friday, August 12, 2016

ΣΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ



Αξέχαστες  έχουν μείνει οι τελευταίες μας  διακοπές στην Ελλάδα. Σε αυτό, συνέβαλλαν διάφοροι λόγοι όπως, οτι το ταξίδι αυτό έγινε ύστερα από προσμονή πολλών χρόνων και μας είχε γεμίσει με αγωνία, επιθυμία και λαχτάρα, που μας κυρίευε απειλητικά καθώς πλησίαζε η ημέρα της αναχώρησής μας. Γινόταν μια πάλη συναισθημάτων, ένα τεστ αντοχής, που το ''περάσαμε''  με επιτυχία όταν, καθώς κατεβαίναμε τη σκάλα του αεροπλάνου, μας θάμπωσε ένας λαμπρός ήλιος, ο ήλιος της Ελλάδας και μας αγκάλιασε ένα ζεστό αεράκι καλωσορίζοντάς μας. Καλωσόρισμα-υπόσχεση οτι μας περιμένουν μεγάλες, υπέροχες στιγμές. 
Ένας από τους προορισμούς των διακοπών μας ήταν το Αιγαίο. Μια γρήγορη τσάρκα- βαρκάδα σε 3-4 όμορφα και πολυτραγουδισμένα νησιά των Κυκλάδων. Νησιά που κατά καιρούς έχουν ψηφιστεί από παγκόσμια τουριστικά γραφεία  ως τα καλύτερα, άλλο για τις παραλίες του, άλλο για την νυχτερινή ζωή, για το φαγητό, για τη φυσική ομορφιά, για τη φιλοξενία  κ.λπ. Φιλοξενία την οποία νιώσαμε στο νησί του Βαμβακάρη και στην πόλη του Ερμή.

 
Εκεί βρήκαμε καλούς φίλους που έκαναν τον παν για να μείνουν οι διακοπές μας αξέχαστες και το κατάφεραν. Μας περπάτησαν πάνω στα αχνάρια της Φραγκοσυριανής, γνωρίζοντάς μας τις ομορφιές του νησιού και τη μεγάλη του ιστορία που χάνεται πίσω στο χρόνο. Θα χρειαστούν πολλές σελίδες για να γραφτεί όλη η ιστορία του νησιού, ειδικότερα της πρωτεύουσας Ερμούπολης, η οποία είναι σήμερα ένα ανοιχτό μουσείο, ένα μνημειακό αρχιτεκτονικό σύνολο που όμοιό του δεν παρουσιάζεται σε καμιά άλλη πόλη της Ελλάδος. 
Σ' αυτή την όμορφη πόλη, παρακολουθήσαμε μια ωραία παράσταση-αφιέρωμα στον Μεγάλο μας ποιητή Κ. Καβάφη από την <<Ομάδα Καβάφης του Πολιτιστικού Συλλόγου Άνω Σύρου>>. Ήταν μια μοναδικής αίγλης παράσταση κάτω από την πανσέληνο του Ιουλίου. 
Θέλω να μείνω λίγο σε αυτή την παράσταση. 
Ήταν μια εξαίσια βραδιά 22 Ιουλίου  <<απ' έξω και τραγουδιστά>> στης Σύρου τα πλακόστρωτα  στον πάνω μαχαλά. Εκεί, στην ταράτσα του Ινστιτούτου Κυβέλη, σ’ ένα σκηνικό μοναδικής ομορφιάς με φόντο το Αιγαίο, έναν έναστρο ουρανό και μια ανεπανάληπτη πανσέληνο. Σκηνικό, που ανθρώπινος νους δε θα μπορούσε να συλλάβει.  
Μόνο η φύση!!

 
              Η Ομάδα Καβάφης στην ταράτσα ενός φίλου της οικογένειας Ρούσσου.
 
    Οι θεατές στην απέναντι ταράτσα  του Ινστιτούτου Κυβέλη στα γύρω μπαλκόνια, στα σοκάκια, στα πεζούλια και στα παράθυρα.    

Οι βουκαμβίλιες, μεθυσμένες από το... φλερτ του μπάτη που είχε βγει για τη βραδινή του τσάρκα και χορεύοντας μπάλο μαζί του, μας καλωσόριζαν ακουμπώντας την πλάτη μας καθώς ανηφορίζαμε στα πλακόστρωτα στενά. Νοιώσαμε τη δύναμη του Ελληνικού καλοκαιριού!!!. Ζήσαμε στιγμές ανεπανάληπτες καταμεσής του Αιγαίου, μέσα σε ένα μυστήριο, μέσα σε μια ανάλαφρη ατμόσφαιρα γεμάτη αρμονία και όμορφη σιωπή, ανάμεσα σε λουλούδια. Μια σαγηνευτική γαλάζια θάλασσα που καθώς την ατενίζαμε γαλήνευε ο νους. Τα νυχτοπούλια σώπασαν, σώπασαν τα τριζόνια, ο Μπάτης καταλάγιασε σε μια σιγή αιώνια!!!    
Μας μάγευε η απόλυτη σιωπή που επικρατούσε.

Το ολόγιομο φεγγάρι σταματημένο ανάμεσα στα δυο φωτισμένα καμπαναριά του Αϊ Νικόλα, βοηθούσε στο ανέβασμα της ψυχής κι εμείς είμαστε βυθισμένοι σε ωραίους στοχασμούς. Ακόμα και το μελτέμι σώπασε λες κι ένοιωθε η φύση τις μυστηριώδεις στιγμές που περνούσαμε και δεν ήθελε να τις διακόψει. Σεβάστηκε τους Ιερούς μας στοχασμούς.  Όλα ήταν περίφημα μέσα μας και γύρω μας.
Κι όταν το σούρουπο άρχισε να ρίχνει τα πρώτα του πέπλα, ένα πανσέληνο φως τύλιξε την πλάση, κάνοντας τη θάλασσα... ασημένια και τα καράβια με τα φώτα που .. αρμένιζαν στο λιμάνι, να φαίνονται σαν πυγολαμπίδες που πετούσαν ασταμάτητα.   Κοίταξα γύρω μου και αντίκρισα μόνο ευτυχισμένα πρόσωπα που ρουφούσαν την κάθε στιγμή. 
 
 



Μια φούντωση, μια φλόγα γέμισε τις καρδιές μας, λες και μας είχε κάνει μάγια κάποια Φραγκοσυριανή γλυκιά. Πλημμύρισε ο αέρας με ευωδιές απ' τα όμορφα λουλούδια, σ’ ένα ουράνιο αντάμωμα με νότες και τραγούδια. Με ένα γλυκόπνοο αεράκι δροσερό, στον ουρανό υψώθηκαν αντάμα, σαν λιτανεία στον Άγιο νυχτερινή, σαν προσευχή, σαν Τάμα.  Ήταν μια βραδιά που τα είχε όλα.!!!



Καλούς κι αγαπημένους φίλους, πανσέληνο, Αιγαίο, ήχο και φως, βουκαμβίλιες, καλή διάθεση, πλακόστρωτα στενά σοκάκια, πρόσωπα χαρούμενα να κοιτούν από τα γύρω μπαλκόνια και παράθυρα, άνθρωποι καθισμένοι στις εξώπορτες και στα πεζούλια όπως τον παλιό καλό καιρό. 
Τι υπέροχη συνάντηση!!!.
Ήταν μια βραδιά γεμάτη Ελλάδα!!!   
 Είχε άρωμα Θεού!!!  



                                     Ο Μπάμπης  Κουλούρας και η σύζυγός του Νικολέτα.
 
Στην επιτυχία της βραδιάς, συνέβαλε και η ιδιοκτήτρια της...ταράτσας, η γλυκύτατη κ. Βαλεντίνη Ποταμιάνου, που μας άφησε άφωνους με την απλότητά της, το μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό της και τη φιλοξενία της. Την συνάντησα για πρώτη φορά και ύστερα από τις πρώτες μας κουβέντες, << αναγκάστηκα >> να της μιλάω στον ενικό. Με έκανε να αισθάνομαι τόσο κοντά, που ο πληθυντικός ήταν... περιττός. Μας καλωσόρισε με ένα ωραίο κρασί και με Συριανές λιχουδιές που είχε φτιάξει η ίδια και οι καλές γειτόνισσες. Η Ελληνική φιλοξενία σε όλο της το μεγαλείο εκεί μπροστά μας!!! Μας ξενάγησε στο σπίτι-μουσείο της προγιαγιάς της, με έναν μοναδικό τρόπο που έκλεινε μέσα του Ελληνικό φιλότιμο, Ελληνική φιλοξενία και...μαγκιά. Απέδειξε περίτρανα οτι δικαιολογημένα αυτές οι λέξεις δεν υπάρχουν σε καμία άλλη γλώσσα. Είναι αφάνταστη η ομορφιά, η γοητεία και το μεγαλείο που κρύβει η ψυχή όταν ανυψώνεται στον κόσμο των αξιών. Ο άνθρωπος βαδίζει προς κάτι το ανώτερο κι ευγενικότερο, αναζητά το νόημα της ζωής. Δεν μπορώ να ξεχάσω την αφοπλιστική απλότητα του Δημάρχου κ. Δεκαβάλα και την τιμητική ( για μένα ) συνάντηση και συζήτηση μαζί του. Τον ευχαριστώ για τα πολύτιμα δώρα. Δεν ξέρω πόσοι Έλληνες έχουν το απολυτήριο του Ελ. Βενιζέλου από το γυμνάσιο Σύρου τυπωμένο σε πάπυρο και..ούτε με νοιάζει. Με νοιάζει που το έχω εγώ και τον ευχαριστώ πολύ. Αστείρευτη η καλοσύνη του Πρόεδρου του συλλόγου Πελοποννησίων κ. Γιάννη Καλοφωλιά. Μας έφερε πίσω στο χρόνο, ζωντάνεψε το μύθο, δένοντας και γεφυρώνοντας γεγονότα και χρονικές αποστάσεις με όμορφες περιγραφές και πλούσιο λεξιλόγιο, με τρόπο ζεστό και ακολουθώντας τα αχνάρια μας περπάτησε στα μονοπάτια της Φραγκοσυριανής. Σαν άλλος... Βαμβακάρης << μας πήρε και μας γύρισε >> Φοίνικα Παρακοπή, Γαλισσά και Ντελαγράτσια σε μια βόλτα μαγική.    
 

 Τελικά αξίζει να συντελέσουμε όλοι να γίνει όμορφος ο κόσμος, γιατί η ζωή δε μετριέται από τις αναπνοές που παίρνουμε, αλλά από τα μέρη και τις στιγμές που μας κόβουν την ανάσα. Είναι καιρός να γεννηθούν πόθοι αγνοί, φωτεινοί και να φέγγουν το δρόμο της ζωής μας. Τότε ο ήλιος της αγάπης θα φωτίσει τις ψυχές, το σκοτάδι θα σκορπίσει και θα γεμίσει η πλάση φως.
 
 

                                       

 
 

Saturday, July 2, 2016

ΝΟΣΤΑΛΓΩ



Ένας αδελφικός φίλος, ο Στράτος, μου έστειλε από την Καλαμάτα όπου παραθερίζει, μια φωτογραφία με τον Ταΰγετο όπως τον αντικρίζει κάθε μέρα και σκέφτεται ότι πίσω από κει, σε κάποιον...Λογκανίκο γεννήθηκε ένας φίλος του. Ο Λογκανίκος είναι το χωριό μου. Φίλε Στράτο σε ευχαριστώ που με έκανες να ταξιδέψω, να ονειρευτώ, να λαχταρίσω, να νοσταλγίσω τις τόσες ομορφιές του χωριού μου. Σήμερα που η Αμερική γιορτάζει τα γενέθλιά της, σαν συνετοί άνθρωποι και πολίτες αυτής της χώρας έχουμε υποχρέωση να συμμετάσχουμε στη γιορτή της και να την τιμήσουμε. Για εμάς είναι δεύτερη Πατρίδα. Μαζί με τη δεύτερη Πατρίδα μου λοιπόν σήμερα θα τιμήσω και την πρώτη. Το χωριό μου.  
Με ένα ποίημα.
ΝΟΣΤΑΛΓΩ

Χαιρετώ τα βουνά σου
με βαριά την καρδιά
τις κορυφές τα λαγκάδια
τις πηγές τα νερά
Φωτισμένες ραχούλες
δασωμένες πλαγιές
δειλινά πορφυρένια
αστροφώτιστες βραδιές
Το φεγγάρι στα δέντρα
τα πουλιά στα κλαδιά
τη γαλήνη του δάσους
τη γλυκιά σιγαλιά
Χωματένια δρομάκια
φτωχικές γειτονιές
μυρωδιές απ' τις γλάστρες
ασπρισμένες αυλές
Λαχταρώ να ακούσω
το τραγούδι του Γκιώνη
χλιμιντρίσματα αλόγου
που γυρνά στο αλώνι
 Κουδουνίσματα αρνιών
που βοσκάνε σιαπέρα
αηδονιού γλυκολάλημα
του τσοπάνη τη φλογέρα
Τη χαρά του Πατέρα
που τρυγάει τ' αμπέλι
και ειν' τα σταφύλια
γλυκά σαν το μέλι
Το τραγούδι της Μάνας
το ψωμί σαν ζυμώνει
σαν πετά τη σαΐτα
στ' αργαλειού το στημόνι
Λαχταρώ της εκκλησίας
την καμπάνα σαν χτυπά
και καλεί στην αγκαλιά της
γέρους νέους και παιδιά
Τη μοσχοβολιά του αέρα
από έλατο και θυμάρι
Λογκανίκο μου ζηλευτέ
του Ταΰγετου καμάρι
Λαχταρώ το χρυσαφί
της αυγής σου το χρώμα
της βροχής τη μυρωδιά
στο βρεμένο το χώμα
Τα φλογισμένα βουνά
στης δύσης την πορφύρα
θαρρείς πως άνοιξε ο ουρανός
την Άγια του τη θύρα
Την αντάρα τ' αγέρα
που φυσά τα κλαδιά
του νερού τη μουρμούρα
που κυλά στη λαγκαδιά
Όπου κι αν πάω
ο νους μου γυρίζει
σ' ένα σπιτάκι
βουβό κι' αδειανό
Χαρές μακρινές
παιδικές μου θυμίζει
είναι το σπίτι μου
 το Πατρικό
Εκεί έχω κάνει
τις πρώτες μου τρέλες
την πρώτη ηλιαχτίδα
αντίκρισα εκεί
Της νιότης το πρώτο
κρυφό χτυποκάρδι
το χάδι της Μάνας
το γλυκό της φιλί
Κι αν βρίσκομαι τώρα
χωριό μου μακρυά σου
και σ' άγνωστους δρόμους
χαράζω σημάδια
Η σκέψη μου έρχεται
πάντα κοντά σου
σε σένα γυρνάει
τις αυγές και τα βράδια
  

Friday, June 17, 2016

ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΝΙΟΝΙΟΣ

 
 

   
                   

 Είναι φρέσκο ακόμα το χώμα στον τάφο του Πατέρα μας, είναι νωπές οι μνήμες και ζωντανές οι αναμνήσεις. Σε λίγες μέρες θα συμπληρωθούν σαράντα ημέρες από τον θάνατό του.
Μαζί με τα << σαραντίδια >>  του Πατέρα μας, θα ήθελα να κάνω ένα μνημόσυνο σε έναν φίλο μου ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου και στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μου. Είναι ο άνθρωπος που με μύησε στα μυστικά του γραπτού λόγου και που επέμενε να ασχοληθώ με το γράψιμο.
Ο Μπάρμπα Νιόνιος της ιστορίας που θα διαβάσετε για όσους δεν τον ξέρουν (από τα Κρέστενα Ηλείας) , ήταν ο Πατέρας της ( Μακαριστής ) Ηγουμένης, της Ι. Μονής Μπούρα, Θεολογίας ( Δήμητρα )  Καραγιάννη, ο οποίος δεν άντεξε τον χαμό της μονάκριβης κόρης του ( το 2013  ) και πέθανε δυο χρόνια αργότερα. Συνταξιούχος δάσκαλος – συγγραφέας πολλών ιστορικών, θρησκευτικών και λαογραφικών βιβλίων. Το τελευταίο του βιβλίο ήταν αφιερωμένο στην οικογένειά μου και δη στην γυναίκα μου Μαρία.

                        Μπάρμπα-Νιόνιο σε ευχαριστώ για ότι έκανες για μένα.

----------------------------------------------------------------------------------------------------
                                              Ο κύκλος της ζωής...
                                          Γεννιέσαι, ζεις, πεθαίνεις.

Όλοι θα το βιώσουμε. Όλοι ανεξαιρέτως, ανεξαρτήτως φύλου, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης. Ό,τι κι αν είσαι, ό,τι κι αν κάνεις θα έρθει μια μέρα που η ζωή τελειώνει. Είναι θέλημα Θεού; Είναι εντολή Του;  Ο, τι κι αν είναι, αυτή είναι η κατάληξη του καθενός μας.
Πως όμως μπορείς να δεχτείς κάτι τέτοιο όταν μάλιστα δεν έχει επέλθει το πλήρωμα του χρόνου; Ο θάνατος ενός ηλικιωμένου ανθρώπου, μπορεί να γίνει αποδεκτός με λιγότερο πόνο λόγω της ηλικίας του. Ο θάνατος ενός παιδιού ( του παιδιού ) είναι μια οδυνηρή εμπειρία, μια αδυσώπητη πραγματικότητα και ο πόνος είναι σπαρακτικός. Ο δεσμός γονιού και παιδιού είναι τέτοιος, που, αν πεθάνει το παιδί, ο γονιός χάνει ότι πολυτιμότερο έχει, νιώθει να του ξεκολλάνε τα σωθικά του, όπως η μέλισσα όταν ρίχνει το κεντρί της και μετά πεθαίνει.
Δεν υπάρχουν λέξεις, δεν υπάρχει τρόπος να απαλύνεις, να διώξεις το σκοτάδι, τα μαύρα σύννεφα του πόνου και της συμφοράς που βαραίνουν την πονεμένη καρδιά.
Πως να παρηγορήσεις τον Μπάρμπα-Νιόνιο!!!  Τον βρήκα πάνω στον τάφο του παιδιού του, του μονάκριβου παιδιού του να σπαράζει.  " Παιδί μου, εγώ έπρεπε να ήμουν εκεί...όχι εσύ". Η μονάκριβη κόρη του χτυπημένη από αγιάτρευτη αρρώστια, δεν του είπε τίποτα μη τον στενοχωρήσει.
Ο Μπάρμπα-Νιόνιος το έμαθε λίγες ώρες πριν..
Η ζωή, του έδειξε το κακό της πρόσωπο από τα μικρά του χρόνια. Η συγκλονιστική ιστορία του Πατέρα του, είχε λαβώσει την παιδική του καρδιά και έχει μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη του. Το λάθος του Πατέρα του ήταν, οτι αγάπησε μια κοπέλα που κι αυτή τον αγάπησε. Εκείνα τα χρόνια, κάτι τέτοιο ήταν ατιμωτική πράξη. Εκείνος φτωχός και εκείνη από ''καλή'' και ''μεγάλη'' οικογένεια.
Η απόφαση από τους γονείς της κοπέλας ήταν τελεσίδικη.
"Θα πεθάνει πρώτα αυτός και μετά η κόρη μας που ατίμασε την υπόληψη της οικογένειας". 
Φεύγει αυτός όχι από φόβο η δειλία. Το να παρατάς κάτι, δε σημαίνει οτι είσαι αδύναμος. Κάποιες φορές σημαίνει πως είσαι αρκετά δυνατός για να το αφήσεις. Έφυγε για να αποχτήσει ''προσόντα'', να μπορέσει να τη ζητήσει από τους γονείς της μια μέρα. Ορκίστηκε για αυτό. Με τη βοήθεια μερικών συγγενών τα κατάφερε. Έβγαλε γυμνάσια και σχολαρχεία, πήρε το δίπλωμα του Δασκάλου, μέχρι και στην Αργεντινή έφτασε μετανάστης.
Όταν όλα ήρθαν όπως τα ήθελε, γύρισε στο χωριό του να πάρει την κοπέλα που όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε κοιτάξει άλλον άντρα. Τον περίμενε. Όλοι είχαν μαλακώσει, τον δέχτηκαν σαν γαμπρό και έγινε ο γάμος. Κράτησε τον όρκο του. Απέκτησε τρία κορίτσια, τρία αγγελούδια και ήταν υπόδειγμα οικογενειάρχη.
Μια κακιά επιδημία γρίπης που έσπερνε θανατικό όπου περνούσε, χτύπησε το σπίτι του Πατέρα του. Η Μάννα με τα τρία αγγελούδια της έλιωναν σαν κερί στη σάλα του μικρού σπιτιού και ο Πατέρας στο χειμωνιάτικο, ψηνόταν από τον ίδιο πυρετό. Η Μάννα με τα τρία αγγελούδια της δεν άντεξαν. Δεν υπήρχε ένα κινίνο, μια ασπιρίνη να δροσιστούν από την κάψα του κακού πυρετού. Τέσσερα φέρετρα βγήκαν την ίδια στιγμή από το ίδιο σπίτι. Ο Πατέρας με κόπο και με κραυγές που έφταναν μέχρι τον ουρανό παρακαλούσε το Θεό να τον πάρει κι αυτόν. Έζησε, για να θυμάται και να ζήσει το δικό του δράμα, το δικό του μαρτύριο για όλη του τη ζωή.
Πολλές φορές ο Μπάρμπα-Νιόνιος  κάθεται στο πεζούλι, εκεί όπου ο Πατέρας του,  του είχε διηγηθεί την ιστορία της ζωής του. Τον θυμάται να φωνάζει με σπαραγμό τα ονόματα της γυναίκας του και των τριών μικρών κοριτσιών του.
Γιατί τόσος πόνος σε έναν άνθρωπο!!!
Θυμάται ακόμα κάτι που του είχε πει ο Πατέρας του. << Διονύσιε, αγάπησα και πλήρωσα πολύ ακριβά. Πρόσεχε στη ζωή σου, παιδί μου >>. Τα θυμάται αυτά τα λόγια ο Μπάρμπα-Νιόνιος και με αυτά πορεύεται.
Έζησε πολέμους ο Μπάρμπα Νιόνιος, φτώχεια, κατοχή δυσκολίες αμέτρητες, αλλά δε λύγισε. Άντεξε. Άντεξε  κι όταν έχασε την σύντροφό του στη ζωή. Το κορίτσι που είχαν μαζί ήταν το στήριγμά του, η ψυχή του, η ζωή του όλη.
Τα μεταπολεμικά χρόνια, τα πέτρινα και σκληρά, σαν Δάσκαλος, τα πέρασε σε άγονα μέρη διδάσκοντας υπό άθλιες συνθήκες σε σχολεία-παράγκες που τα παιδιά κάθονταν κάτω στο χώμα σταυροπόδι. Τα κατάφερε. Ήταν καλός Δάσκαλος, αγαπούσε αυτό που έκανε για αυτό  ¨έφτιαξε¨ πολλούς και καλούς επιστήμονες.
Άντεξε και τότε που η μονάκριβη κόρη του αποφάσισε να ακολουθήσει τον Μοναχισμό. Αυτό ήθελε να κάνει το παιδί του, ''σεβάστηκε'' την επιθυμία του και ''αγάπησε'' την απόφασή του. '' Ήταν να γίνει''.  
Την βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις. Η κόρη του είχε Θεϊκά χαρίσματα και ανώτερες Αρετές. Φωτεινή μορφή με βαθυστόχαστο προφητικό βλέμμα. Μετριοφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, ασύλληπτη καλοσύνη και εγκαρδιότητα. Τα λόγια της μετέδιδαν μια γλυκύτητα σαν Ουράνια αύρα που άγγιζε την ψυχή. Είχαν οσμή Θεού, είχαν άρωμα Θεού τα λόγια της, γιατί έβγαιναν από μια καρδιά που κατοικούσε ο Θεός.
Αρετές που δεν άργησε να αναγνωρίσει η αδελφότητα της Μονής και ομόφωνα την εξέλεξαν Ηγουμένη τους. Γερόντισσα στη γλώσσα των Μοναχών.
Ως Γερόντισσα, το μικρό ξεχασμένο και ερειπωμένο Μοναστήρι ξαναζωντάνεψε. Σαν όαση στην έρημο μοιάζει τώρα στο ξερό και άγονο ύψωμα της Αρκαδικής γης. Με τέχνη, μεράκι και ευλάβεια αναπαλαιώθηκαν τα παλιά κτίσματα και καινούργια χτίστηκαν για τις ανάγκες των Μοναχών καθώς η αδελφότης μεγάλωνε.
Ο Μπάρμπα Νιόνιος άγνωστος στρατιώτης, αφανής ήρωας ήταν πάντα εκεί δίνοντας το αίμα του, δίνοντας τη ζωή του.
Μια ατέλειωτη ανηφόρα, ένας Γολγοθάς με έναν βαρύ Σταυρό ήταν το τίμημα της ζωής του. Ανέβαινε την ανηφόρα της ζωής με περίσσια υπομονή και καρτερία κοιτάζοντας πάντα ψηλά. Κι εκεί που νόμιζε οτι είχε φτάσει στην κορυφή, εκεί που νόμιζε οτι ο κύκλος του θα κλείσει ( είχε το γνώθι σ ’αυτόν, ήξερε οτι δε θα ζήσει αιώνια ) η ζωή, του έδειξε άλλη μια φορά το κακό της πρόσωπο. Μια σπρωξιά και τον... σωριάζει κάτω ανήμπορο να σηκωθεί. Ο χαμός του παιδιού του τον τσάκισε.
Έμεινε μόνος του ο Μπάρμπα Νιόνιος. Θρύψαλα έγινε η ζωή του. Συντρίμμια βλέπει παντού. Το γέλιο έσβησε από τα χείλη του, λιγόστεψε η αναπνοή του. Στάχτη γίναν τα όνειρα πικρό το δάκρυ στάζει, ο πόνος ειν' αβάσταχτος σαν παίρνει και βραδιάζει.
Έγειραν οι πλάτες όχι από τον ένα περίπου αιώνα που τις βαραίνει, αλλά από τον πόνο που κουβαλάει μέσα του.
Μόνο πάνω στο μνήμα του παιδιού του βρίσκει ανακούφιση. Κοροϊδεύει τον εαυτό του, προσπαθεί να κάνει αλήθεια ένα ψέμα!!
Ο Πατέρας του παρακαλούσε το Θεό να τον πάρει, να μη τον αφήσει να ζήσει το μαρτύριο σε όλη του τη ζωή, το ίδιο κάνει και ο Μπάρμπα Νιόνιος πάνω στην κρύα πλάκα που σκεπάζει το παιδί του.
Έχει κάνει σπίτι του τον τάφο του αγαπημένου του παιδιού.

                                         Απόψε λύγισε η αντοχή!!!  
                                      Κουράγιο Μπάρμπα Νιόνιο....
                 Με αγάπη ο φίλος σου Γιώργης Ιατρού από την Αμερική.


ΥΓ. Το κείμενο αυτό το έγραψα και το έστειλα στον Μπάρμπα-Νιόνιο ένα χρόνο πριν πεθάνει.
Θεώρησα σωστό ότι έπρεπε να διαβάσετε και την απάντηση που μου έστειλε.
 
Γιώργο, σε ευχαριστώ για τον πνευματικό κόπο να γράψεις το ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Ο ΜΠΑΡΜΠΑ ΝΙΟΝΙΟΣ.
Πέρασαν τα γέλια και οι χαρές για μένα. Στέρεψε το δροσερό νερό της πηγής του παιδιού μου για μένα.  Δεν ακούω τη γλυκιά της φωνή << Μπαμπά είσαι καλά>>.
Δεν στέρεψαν τα δάκρυά μου, δεν στέρεψαν οι προσευχές μου και οι προσευχές του παιδιού μου.
Ναι! Το καλύτερο μου σπίτι είναι ο τάφος του παιδιού μου, για να αποθέσω λίγα λουλούδια από τον κήπο της, να τα δροσίσω με τα θερμά μου δάκρυα, δάκρυα αγάπης και μνήμης.
Δεν κελαηδούν για μένα πια τα πουλιά.  Μόνο στον τάφο της κόρης μου κελαηδούν στέλνοντας προσευχές δοξολογίας Σ'ΑΥΤΟΝ που αγάπησε η κόρη μου και στον οποίον αφοσιώθηκε.
Γιώργο, ό,τι γράφεις είναι θερμά για μένα για τον πόνο μου, για το κουράγιο μου.
Θαυμάζω τον τρόπον σύνδεσης με την ιστορία του Πατέρα μου. Με πολύ αγάπη σας φιλώ, εσένα, τη Μαρία και τα παιδιά σου.

                                           Ο πονεμένος Μπάρμπα Νιόνιος.
                                                      Κρέστενα. 2014

 

 

 

 

 

Tuesday, May 31, 2016

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΑΝΤΙΟ



ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΔΩΣΕΣ ΤΗ ΓΝΩΣΗ ΤΗ ΣΠΟΥΔΗ ΚΑΙ ΤΗ ΣΟΦΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΔΑΞΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΩΣΤΑ

                                  ΚΑΛΟ ΣΟΥ ΤΑΞΕΙΔΙ ΠΑΤΕΡΑ

Thursday, May 26, 2016

... να περάσει η Αγάπη



Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στο στήθος σου πως έχεις μια καρδιά.
Θυμάσαι;
 Τάσος Λειβαδίτης

Μ' ακούς; Οι δρόμοι όλης της γης βγαίνουνε στην καρδιά μου.
Μην ξεχαστείς.
Τ' ακούς;
Να 'ρθείς.
 Νικηφόρος Βρεττάκος

Πετάξαμε πολύ στα αισθήματα / τα δικά μας και των άλλων, /
Κι έμεινε πάντα χώρος ανάμεσά μας / να περάσει η Αγάπη…

Wednesday, May 11, 2016

ΤΙΜΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ

 
 
 
 
Οδηγώ σε έναν μεγάλο δρόμο της Βοστώνης και σε μια διασταύρωση μπαίνει μπροστά μου ένα "Αμερικάνικο'' αυτοκίνητο.
Το λέω Αμερικάνικο, όχι επειδή είναι Αμερικανικής κατασκευής και προελεύσεως ( έτσι μας μάθαιναν στο στρατό την ταυτότητα του κάθε αυτοκινήτου ), ούτε καν πρόσεξα τι μάρκα ήταν , αλλά από μια συνήθεια που έχουν οι Αμερικανοί να στολίζουν τον προφυλακτήρα ( bumper ) και το πίσω μέρος των αυτοκινήτων τους με αυτοκόλλητες επιγραφές ( Stickers ) οι οποίες γράφουν διάφορα. Διαφημίσεις, ποιηματάκια, παροιμίες, αστεία, λέξεις με πολιτικό η θρησκευτικό περιεχόμενο και πολλά άλλα, μερικά από τα οποία είναι ομολογουμένως έξυπνα μέχρι... σοφά.
 Κάτι σαν τους μαγνήτες  που βλέπαμε στα λεωφορεία και στα ταξί που έγραφαν:  << Η Παναγία μαζί σου >>,  <<Μπαμπά μην τρέχεις >>, <<Μπαμπά σ' αγαπώ >> κ.λ.π.
Κοιτάζοντας αυτό το ''Αμερικάνικο'' αυτοκίνητο που ήταν μπροστά μου, θυμήθηκα τότε που ήρθα μετανάστης σ'αυτή τη χώρα γύρω στα τέλη του 1990.
Μεγάλη και όμορφη χώρα η Αμερική με πολλά ενδιαφέροντα.
Θυμάμαι, όλα μου άρεσαν. Οι ουρανοξύστες, οι μεγάλοι δρόμοι, τα φώτα, τα αλλιώτικα ( ξύλινα ) σπίτια, τα πολλά δέντρα, τα μεγάλα αυτοκίνητα, ακόμα τα πολλά χιόνια το χειμώνα.
Απολάμβανα, ρουφούσα κυριολεκτικά κάθε τι που έβλεπα. Με ενθουσίαζαν τα πιο μικρά ίσως και τα πιο ασήμαντα πράγματα, όλα αυτά που έλειπαν από το χωριό που ζούσα μέχρι τότε.
Κάθε φορά που συναντούσα ένα τέτοιο αυτοκίνητο, το ''περιεργαζόμουν'' γιατί όλο και κάτι καινούργιο  διάβαζα.
Πολλοί οργανισμοί και οργανώσεις κάνουν τον αγώνα τους μέσα από αυτά τα αυτοκόλλητα και περνούν μηνύματα στον κόσμο κατά των πολέμων, κατά του ρατσισμού, κατά της βίας και ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Εταιρίες προστασίας ζώων λαμβάνουν μέρος στον αγώνα αυτό να μας ευαισθητοποιήσουν, να μας πείσουν να αγαπάμε τα ζώα.
Σε σκέψη με έβαλε ένα από αυτά τα αυτοκόλλητα που έγραφε: Πρέπει να αγαπάμε τα ζώα γιατί ομορφαίνουν τη ζωή μας και ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι μόνο δικός μας, είναι και δικός τους. Η φύση δε μας ανήκει, εμείς της ανήκουμε για αυτό θα πρέπει να φροντίσουμε να συνυπάρχουμε και με αυτούς τους συγκάτοικούς μας πάνω σ' αυτόν τον πλανήτη.
 Χωρίς να έχω κάτι το ιδιαίτερο, αλλά και χωρίς κάτι εναντίον, αυτά τα λόγια με έκαναν να αλλάξω τη στάση μου απέναντι στα ζώα.
 Ένα άλλο που με έβαλε σε βαθύτερη και μεγαλύτερη σκέψη έγραφε: Να τα έχεις καλά με τα παιδιά σου, γιατί αυτά θα διαλέξουν το γηροκομείο σου .
 Από τα λίγα Αγγλικά που ήξερα τότε κατάλαβα την έννοια των λέξεων, αλλά δεν ήξερα εάν είναι ένα χαριτωμένο αστείο η εννοούσε αυτό ακριβώς που έλεγε. Εκείνο το Θα  ακουγόταν προστακτικό και απόλυτο κάτι σαν δεδομένο, ότι οι γονείς δηλαδή πηγαίνουν χωρίς άλλο στο γηροκομείο.
Ρώτησα και η απάντηση που πήρα δεν απείχε πολύ από αυτό που με τα λίγα Αγγλικά μου είχα καταλάβει. Εκείνο όμως που με παραξένεψε, ήταν ο τρόπος,  η φυσικότητα, η άνεση  που είχαν στα λόγια τους όταν μου είπαν ότι οι γονείς κάποια στιγμή ( θα ) πρέπει να πάνε στο γηροκομείο.
--- Καλά ρε παιδιά - λέω - οι γονείς μας στο γηροκομείο;
 --- Ναι, δεν γίνεται αλλιώς. Δε μπορούν να μείνουν στο σπίτι.
 --- Και γιατί δε μπορούν να μείνουν στο σπίτι; Εδώ τα σπίτια είναι μεγάλα και έχουν πολλά δωμάτια. Ο καθένας έχει το αυτοκίνητό του ( αυτό δεν το καταλάβαινα γιατί τόσα πολλά αυτοκίνητα στο ίδιο σπίτι ), στο χωριό είχαμε δυόμιση δωμάτια σπίτι όλο κι όλο και μεγαλώναμε τρεις γενεές.
Παππούδες γιαγιάδες, γονείς, παιδιά και εγγόνια όλοι εκεί, ένας απάνω στον άλλον και εδώ δε χωράνε δυο άτομα ακόμα;
--- Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το σπίτι. Ύστερα από κάποια ηλικία, τότε που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν, χρειάζονται φροντίδα την οποίαν δεν μπορούμε εμείς να τους την παρέχουμε στο σπίτι.
Φρεσκοφερμένος εγώ από την Ελλάδα - Ελληνάρας - και έχοντας την εικόνα του χωριού με τους παππούδες, γιαγιάδες, όλοι στο ίδιο δωμάτιο και με τα γηροκομεία ανύπαρκτα εκείνη την εποχή, επέμενα << Ελληνικά >> και δε καταλάβαινα τι μου έλεγαν.
--- Ακούς εκεί, οι γονείς μας στο γηροκομείο!!.
Και οι παραδόσεις μας, οι συνήθειές μας που θέλουν όχι μόνο τους γονείς, αλλά τον παππού και τη γιαγιά στο σπίτι να τους φροντίζουμε και να τους παρέχουμε τη θαλπωρή της ( Ελληνικής ) οικογένειας!! Πως θα μάθουν τα παιδιά μας παραμύθια εάν παει η γιαγιά στο γηροκομείο!!
--- Θα δεις και μόνος σου ότι εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά.
--- Τι να δω μωρέ!! Ακούς εκεί οι γονείς μας στο γηροκομείο!!  
Όχι. Εγώ δε θα το κάνω αυτό.
Οι γονείς για όλους μας είναι οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή μας. Μας έφεραν στη ζωή  και με υπομονή και αγάπη μας έμαθαν τη ζωή, μας μεγάλωσαν με βάσανα και στερήσεις, πέρασαν πίκρες, κινδύνους, μόχθο για την ανατροφή μας. Ο δρόμος τους είναι ποτισμένος με τα δάκρυα της Μάνας και τον ιδρώτα του πατέρα και εμείς θα τους πούμε ευχαριστώ με αυτόν τον τρόπο.
 Μπορεί σε πολλές στιγμές της ζωής μας να μας έγιναν φορτικοί, αλλά είχαν ένα και μοναδικό, ατόφιο και ειλικρινή σκοπό: το καλό μας.
Αγωνίστηκαν σε ολόκληρη την ζωή τους για να καταφέρουν να μας προσφέρουν το κάτι παραπάνω. Αυτό που ζητούν από εμάς είναι να δείχνουμε την αγάπη και τον απαραίτητο σεβασμό που τους οφείλουμε.  Άλλωστε αυτοί μας τα έχουν δώσει όλα σε υπερθετικό βαθμό και ανιδιοτελώς.
….Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ αφομοιωνόμουν σαν τις κατσαρίδες και τις σαύρες που παίρνουν το χρώμα του εδάφους που ζουν.  Έγινα Αμερικανός στα χαρτιά όχι επειδή αλλαξοπίστησα, όχι γιατί δεν ήθελα να είμαι άλλο πια Έλληνας. Αφού αποφάσισα να μείνω σε αυτή τη χώρα σαν νόμιμος πολίτης, είχα υποχρέωση να σέβομαι τους νόμους της.
   Να συνηθίσω τις...συνήθειές της, να αγαπήσω τα ήθη και έθιμά της ( χωρίς να με υποχρεώνει κανένας για αυτό ) όσο ξένα και παράξενα κι αν ήταν.
 Έβλεπα και καταλάβαινα πολλά από εκείνα τα πράγματα που με παραξένευαν τον πρώτο καιρό.
… Σήμερα το προσπέρασα αυτό το ''Αμερικάνικο'' αυτοκίνητο.  Φοβήθηκα μήπως σε κάποιο από εκείνα τα αυτοκόλλητα διαβάσω το: << Τίμα τον Πατέρα σου και τη Μητέρα σου >> και δεν ήθελα να δω κάτι τέτοιο τώρα, σήμερα, ετούτη τη στιγμή που γύριζα από… το γηροκομείο όπου είχα επισκεφτεί τον Πατέρα μου.